Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Η Επιρροή του Παράγοντα της Θρησκείας στην «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο θρησκευτικός παράγοντας ασκούσε πολύ σημαντικότερη επιρροή στις αν­θρώ­πινες κοινωνίες των παλαιοτέρων εποχών απ’ ότι στις σημερινές. Και πολύ εύ­λο­γα, αν λάβει κανείς υπόψη του το πόσο πιο ευάλωτες απ’ τις σημερινές ήταν οι  κοι­νω­νίες αυτές στις επιδημίες, τις επιδρομές και τις φυσικές καταστροφές. Το κλίμα της α­βε­βαιότητας, της ανασφάλειας και η αμεσότερη επαφή των ανθρώπων με την έν­νοια του θανάτου, ευνόησαν την αναζήτηση ασφάλειας στην έννοια της μετά θά­να­τον ζωής και συνεπώς στην έννοια της θρησκείας. Ο Χριστιανισμός προσέφερε περισ­σό­τερα από αυτό στην Κοινωνία της ύστερης αρχαιότητας. Προσέφερε αυτά τα ιδα­νι­κά και τις αξίες που είχε ακριβώς ανάγκη για να αναζωογονηθεί. Το αποτέλεσμα ήταν η υπερχιλιετής «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία, δηλαδή η εκχριστιανισμένη Ρωμαϊκή Αυ­το­κρατορία, η Ρωμανία.
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η μετεξέλιξη της Ρωμαϊκής Αυτο­κρατορίας σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «Βυζαντινή», έγινε με τρόπο ανεπαίσθητο και μοναδικό. Ανεπαίσθητο, με την έννοια του ότι κανείς από τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας δεν θεώρησε ότι αλλάζει το κράτος του οποίου μέχρι τότε ήταν πολίτης. Είχαν μέχρι τέλους την αίσθηση ότι είναι Ρωμαίοι πολίτες. Αυτό που είχε αλλάξει ήταν η θέση του Χριστιανισμού μέσα στην Αυτοκρατορία. Από μία κατάσταση παρανομίας και διωγμού, βρέθηκε ως η κυρίαρχη θρησκεία του Ρωμαϊκού κράτους. Μοναδικό διότι παρόμοια μετεξέλιξη δεν έχει καταγραφεί ξανά από την Ιστορία. Δεν έγινε λ.χ. όπως η μετεξέλιξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο κράτος της Τουρκίας, ούτε όπως η μετάβαση από την Ε.Σ.Σ.Δ. στην Κ.Α.Κ.[1] Δεν έγινε καμία επίσημη διακήρυξη που να σημάνει την κατάργηση μιας κρατικής οντότητας και την δημιουργία μιας άλλης στην θέση της. Αυτό που έγινε ήταν ότι το ίδιο κράτος, με τους ίδιους βασικούς θεσμούς και στην ίδια έκταση υιοθετεί νέες πολιτικές για την αναγέννησή του. Έτσι, η παύση των διωγμών κατά των Χριστιανών και η υποστήριξη του Χριστιανισμού από το Ρωμαϊκό κράτος, σε συνδυασμό με την μεταφορά της Πρωτεύουσας από την Ρώμη στην Νέα Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, πρόσθεσαν στη ζωή της Αυτοκρατορίας πάνω από δέκα αιώνες.  Από αυτό φαίνεται πόσο ισχυρή επίδραση άσκησε ο Χριστιανισμός στην Αυτοκρατορία.

Α. Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΤΗΣ «ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ» ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

            Η θρησκεία, ο Χριστιανισμός, άσκησε βαθύτατη επιρροή σε όλες τις εκφάν­σεις της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας, στους θεσμούς άσκησης εξουσίας, στην κα­θημερινή ζωή και στον τρόπο καλλιτεχνικής εκφράσεως των υπηκόων της. Αυτό που ήταν το πιο σημαντικό, ήταν η επίδραση που άσκησε στην Αυτοκρατορική ιδέα. Την αν­τίληψη που είχαν, τόσο οι απλοί υπήκοοι, όσο και οι άνθρωποι της εξουσίας αλλά και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας για τον θεσμό αυτό.

1. Στούς θεσμούς της Αυτοκρατορίας

Η ίδια η σύσταση αυτής που καλείται «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία βασίζεται στην θρησκευτική πεποίθηση ότι αυτή αποτελεί το επίγειο αντίγραφο της επουρανίου βασιλείας του Θεού.  Όπως ο Θεός βασιλεύει στους ουρανούς, έτσι και ο Αυτο­κρά­τορας ως εικόνα του Θεού πρέπει να βασιλεύει στη γη και να εκτελεί τις εντολές του.[2]
            Από την Ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως, άρχισε να διαφαίνεται η νέα κα­τά­σταση που εγκαθιδρύοταν. Ο Καθεδρικός Ναός της Αγίας Ειρήνης και η κα­τοι­κία του Επισκόπου κτίστηκαν κοντά στο Ανάκτορο. Αυτό σήμαινε ότι η Εκκλησία και η Αυ­τοκρατορική εξουσία αποτελούσαν ισότιμους παράγοντες σχετικά με την διασφάλιση του Χριστιανικού Πνεύματος και την διευθέτηση των ανθρωπίνων υποθέσεων[3].
            Διαμορφώθηκε σύντομα η Αυτοκρατορική ιδέα του Βυζαντίου[4], δηλ. η αντί­λη­ψη ότι στην Οικουμένη υπάρχει μία και μοναδική Αυτοκρατορία και ένας μόνο Αυ­­τοκράτορας. Οι άλλοι ηγεμόνες θεωρούνται συγγενείς του Αυτοκράτορα και δεν έχουν τον τίτλο του Βασιλέως ή του Αυτοκράτορα[5]. Ο Αυτοκράτορας εθεωρείτο ως ο Τοποτηρητής του Θεού στη Γη, πιστός εν Χριστώ Βασιλεύς, εγγυητής της ενότητας της Εκκλησίας[6] και εγγυητής του «αήττητου» της Αυτοκρατορίας[7]. Η εκλογή του ήταν αποκάλυψη του θείου θελήματος και γινόταν ειδική τελετή στέψεως του Αυ­τοκράτορα από τον Πατριάρχη.[8] Όμως η εξουσία δεν ήταν απόλυτη και ανεξέλεγκτη. Είχε την ηθική υποχρέωση να εφαρμόσει το θέλημα του Θεού και να ενεργεί «κατά μίμησιν Του» διεπόμενος από φιλανθρωπίαν[9]. Επίσης (όπως κατέστησε σαφές η ήττα των εικονομάχων) δεν είχε εξουσία να αποφαίνεται για δογματικά ζητήματα, τα οποία ήταν υπόθεση αποκλειστικώς των Επισκόπων συνερχομένων σε Σύνοδο.[10]
            Ακόμη, αν και ο  Αυτοκράτορας εθεωρείτο ως ο έμψυχος  νόμος, ο απε­στα­λμέ­νος του Θεού,[11] όφειλε να υπάκούει στους νόμους δίδοντας το καλό παράδειγμα στους υπηκόους, ακριβώς διότι έπρεπε να ενεργεί ως εγγυητής της αρμονίας[12]. Η ρωμαϊκή Νομοθεσία δεχόμενη την ευεργετική επίδραση του Χριστιανισμού έγινε φιλανθρωπότερη[13]. Οι κωδικοποιήσεις των νόμων και ο εκσυγχρονισμός του ρωμα­ϊκού δικαίου που κατά περιόδους γίνονταν, διέπονταν από πνεύμα κοινωνικής δικαι­ο­σύνης και βελτιώσεως της θέσεως των αδυνάτων (γυναικών, δούλων κ.λπ.).[14]

2. Στην καθημερινή ζωή των «Βυζαντινών»

Οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας μάθαιναν τα πρώτα γράμματα, πολλές φορές, κον­τά σε κληρικούς. Στην βασική παιδεία συμπεριλαμβανόταν η ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης[15], ενώ από τον 8ο αιώνα εμφανίζεται και μία Γραμματική (του Γεωργίου Χοιροβοσκού) με βάση το Ψαλτήρι[16]. Όλοι είχαν κάποιους συγγενείς κλη­­ρικούς ή Μοναχούς. Οι Μοναχοί θεωρούνταν κατ’ εξοχήν σεβαστά πρόσωπα. Περι­­ερχόμενοι τα διάφορα σπίτια διαμόρφωναν σε μεγάλο βαθμό την κοινή γνώμη της εποχής[17].
Οι πιστοί είχαν ως πρότυπά τους βίους Αγίων τους οποίους μελετούσαν συ­στη­μα­τι­κά. Η ζωή τους ήταν συνδεδεμένη με την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Και η Εκκλησία εί­χε αναλάβει αποκλειστικώς το έργο της φιλανθρωπίας και των κοι­νωνικών υπηρεσιών. Συν­τη­ρούσε νοσοκομεία, γηροκομεία και δημοτικά σχολεία[18]. Η Εκκλησία μπορούσε να επι­βάλει την ποινή του αφορισμού (απο­κλει­σμού από την εκ­κλησιαστική κοινωνία και τα μυστήρια) σε όσους κήρυτταν αιρέσεις ή είχαν σκαν­δα­λώδη συμπεριφορά. Το κράτος μπο­ρού­σε να επιβάλει ποινές (συχνά εξορία) στους αιρετικούς[19], μέσα στα πλαίσια της υπο­χρε­ώσεως του Αυτοκράτορα και της πολιτείας για την διαφύλαξη της ενότητας της Εκκλησίας.
Η μέριμνα για την προστασία της Ορθοδοξίας εκ μέρους τους κράτους οφειλόταν στην προσπάθεια ελέγχου των φυγόκεντρων δυνάμεων που αναπτυσ­σό­ντου­σαν δια των δογματικών αποκλίσεων[20]. Δεν ήταν υποχρεωμένος κάποιος να είναι Ορθόδοξος αλλά τα κίνητρα που είχε για να είναι (και τα αντικίνητρα  για να μην είναι) ήταν τόσο ισχυρά ώστε το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Θανατική ποινή επιβαλ­λόταν μόνο στους Μανιχαίους, διότι εθεωρούντο εκτός από αιρετικοί και (μάλλον εσφαλμένως) πράκτορες του εχθρού (των Περσών)[21].

3. Στις Τέχνες

Τόσο μεγάλη ήταν η επίδραση της θρησκείας στις Τέχνες του Βυζαντίου ώστε είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κάποιο μη θρησκευτικού περιεχομένου έργο της Βυζαντινής τέχνης. Η τέχνη χρησιμοποιήθηκε σαν ένας εύληπτος τρόπος διδασκαλίας των δογμάτων του Χριστιανισμού.[22]
Στην Αρχιτεκτονική, οι Ναοί έλαβαν την μορφή της μικρογραφίας του σύμ­παν­τος, όπου ο τρούλος επέχει την θέση του Ουρανού. Στην Γλυπτική τα ολόγλυφα γλυπτά απα­γο­ρεύ­θηκαν (και μάλιστα μετά την περίοδο της εικονομαχίας) και δόθηκε προτίμηση στα α­νά­γλυ­φα. Στην Μουσική ο μονοφωνικός της χαρακτήρας και η σεμνότητά της, την κατέστησαν την καταλληλότερη επένδυση για τον σωστό χρωματισμό και την κατανόηση των πλούσιων σε δογματικά στοιχεία Ποιητικών Έργων. Η Βυζαντινή Ζωγραφική μας άφησε απαράμιλλα δεί­γματα ψηφιδωτών, τοιχογραφιών και φορητών εικόνων, όπου ο νατουραλισμός έδωσε τη θέση του στην αφαίρεση η οποία προσέδωσε στην τέχνη αυτή έναν υπερβατικό χαρακτήρα.[23]
Και η Λογοτεχνία κατά ένα μεγάλο ποσοστό έχει θρησκευτικό χαρακτήρα[24]. Λό­γοι, Βίοι Αγίων, απολογητικά και αντιρρητικά έργα, Κανόνες, Κοντάκια, τρο­φοδοτούσαν την έντονη θρησκευτικότητα του «Βυζαντινού» υπηκόου.

Β. Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ «ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ» ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΛΑΟΥΣ

Η διάδοση της Ορθοδοξίας στους άλλους λαούς θεωρήθηκε πρώτιστο κα­θή­κον του Αυτοκράτορα, αλλά ταυτόχρονα και πολύ χρήσιμο εργαλείο άσκησης εξω­τε­ρ­ι­κής πολιτικής. Οι διάφοροι λαοί ασπαζόμενοι την Ορθοδοξία εντάσσονταν στην σφαί­ρα επιρροής της Αυτοκρατορίας και ήταν συνήθως φίλοι και σύμμαχοί της. Οι «Βυ­ζαντινοί» Ιεραπόστολοι έφθασαν μέχρι την Κεντρική Ευρώπη (Μοραβία) τον Καύ­κασο τις στέπες της Μαύρης Θάλασσας, την Αιθιοπία και τη Σαχάρα. Με­τέ­φρα­ζαν την Αγία Γραφή στις γλώσσες των νεοφωτίστων. Οι πρώτοι Επίσκοποι των χω­ρών αυτών ήταν Ρωμαίοι ή φιλικά προσκείμενοι προς τους Ρωμαίους («Βυζα­ντι­νούς») και συμμετείχαν στα αρχηγικά συμβούλια, ενώ η εκπαίδευση των νεοφωτί­στων λαών εξαρτιόταν άμεσα από τον κλήρο. [25]
Αντίθετα, οι λαοί της Αυτοκρατορίας ασπαζόμενοι αιρέσεις, ανέπτυσσαν απο­σχιστικές τάσεις από αυτήν. Η θρησκευτική διαφοροποίηση ευνοούσε την πολιτική και το αντίστροφο.
Στη συνέχεια θα δούμε πώς η θρησκεία επέδρασε στις σχέσεις του Βυζαντίου με τους εξ Ανατολών, Βορρά και (κυρίως) Δύσεως γείτονές του.

1. Με τους Ανατολικούς λαούς.

Οι Ίβηρες  και οι Αρμένιοι είχαν δεχθεί τον Χριστιανισμό πριν από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Οι Αρμένιοι τελικά ακολούθησαν τον Μονοφυσιτισμό. Οι Ίβηρες (Γεωργιανοί) παρέμειναν Ορθόδοξοι και πιστοί φίλοι της Αυτοκρατορίας, παρ’ ότι ήταν συγγενείς με τους Πέρσες.
Ο Χριστιανισμός ήταν η θρησκεία της Αυτοκρατορίας και οι Χριστιανοί της Περσίας αντιμετωπίζονταν ως προδότες. Όμως εύκολα δέχθηκαν στην Περσική Επικράτεια τους Νεστοριανούς, διότι απέκλιναν από το Ορθόδοξο δόγμα. Οι «Βυζαντινοί» φρόντισαν να διαδώσουν την Ορθοδοξία στην Αιθιοπία αλλά και στους  Αλανούς του Καυκάσου και να τους καταστήσουν συμμάχους.
Η υιοθέτηση όμως του δόγματος του Μονοφυσιτισμού από συμπαγείς πληθυσμούς της Αιγύπτου, Συρίας και Παλαιστίνης, ευνόησε την απόσπασή τους από την Αυτοκρατορία και την εύκολη υποταγή τους στους Άραβες. Οι Ορθόδοξοι όμως κάτοικοι των περιοχών παρέμειναν γνωστοί ως Ρωμαίοι, οι οποίοι αναγνώριζαν ως αρ­χηγό τους τον Αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη και εκπροσωπούνταν στις αρα­βικές αρχές των κατακτητών από τους εκκλησιαστικούς τους ηγέτες. Η Ορθόδοξη εκκλησιαστική ιεραρχία κατέστη εθναρχία των υποδούλων Ρωμαίων[26]. Αργότερα αυτό θα γίνει και στη Δύση αλλά και στις περιοχές της Ελλάδας και της Μ. Ασίας όταν κατακτήθηκαν από τους Τούρκους.
Η θρησκεία καθόρισε επίσης τη σχέση της Αυτοκρατορίας με τους Άραβες και τους Τούρκους. Ο Χριστιανισμός επέδρασε στην διαμόρφωση του Ισλάμ και στο Κοράνιο υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για τους Ρωμαίους[27] («Βυζαντινούς»), τους οποίους ο Μωάμεθ θαύμαζε, σε αντίθεση με τους Πέρσες. Οι Μουσουλμάνοι έδειξαν γενικά ανοχή στους Χριστιανούς των κατακτημένων περιοχών, αρκεί να πλήρωναν φόρο[28].

2. Με τους Βορείους λαούς

Πρώτοι διδάχθηκαν τον Χριστιανισμό οι Γότθοι. Τότε όμως οι Αυτοκράτορες ευνοούσαν τον Αρειανισμό, γι’  αυτό οι Γότθοι και οι άλλοι Γερμανικοί λαοί έγιναν Αρειανιστές.
Η διάδοση του Ορθοδόξου Χριστιανισμού στους Σλάβους από τους Κύριλλο και Μεθόδιο, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες της Αυτοκρατορίας. Οι συνέπειες αυτού του γεγονότος είναι πολύ μεγάλες καθώς ολόκληρη - σχεδόν - η Ανατολική Ευρώπη και όπου αργότερα επεκτάθηκε η Ρωσική επικράτεια, μέχρι την Άπω Ανατολή και την Αλάσκα διαδόθηκε η Ορθοδοξία. Η επίδραση ήταν τέτοια ώστε οι Ρώσοι να πιστέψουν ότι μετά την πτώση της Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως στους Τούρκους, η Μόσχα πλέον παρέλαβε την σκυτάλη της Αυτοκρατορίας ως Τρίτη Ρώμη. Υιοθέτησαν την τελετή στέψεως του Αυτοκράτορα για τους ηγεμόνες τους, τους Τσάρους (Καίσαρες).

3. Με τους δυτικούς λαούς

Η θρησκεία υπήρξε πολύ ισχυρός παράγοντας στη σχέση της Αυτοκρατορίας με τους Δυτικούς Λαούς.  Κατάλοιπα αυτής της επιδράσεως υπάρχουν μέχρι σήμερα στις συνειδήσεις των Δυτικών λαών και των Ελλήνων που συχνά στις αντιλήψεις αμφοτέρων πολλές φορές υπάρχουν απόψεις οι οποίες εκφράζονται με στερεότυπα.
Όταν διάφορα Γερμανικά φύλα κατέλαβαν το Δυτικό τμήμα της Ρωμανίας, οι Ρωμαίοι της Ανατολής (οι «Βυζαντινοί») αισθάνθηκαν ότι έπρεπε να αγωνιστούν για την απελευθέρωση των υποδούλων συμπατριωτών τους. Πράγμα που έγινε εν μέρει πραγματικότητα από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄. Ο Αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη θεωρούσε τον εαυτό του ηγέτη και των υποδούλων Ρωμαίων. Οι Ρωμαίοι στην Δύση, η μεγάλη μάζα των πληθυσμών της Ιταλίας, Γαλατίας, Ιβηρικής χερσονήσου, και Βορείου Αφρικής  θεωρούσαν τον Αυτοκράτορα της Νέας Ρώμης τον φυσικό τους Ηγέτη και επί αιώνες ανέμεναν την βοήθειά του. Το παράδοξο είναι ότι ακόμη και οι βαρβαρικοί λαοί (Γότθοι, Βάνδαλοι, Λογγοβάρδοι) που κρατούσαν υποδούλους τους Δυτικούς Ρωμαίους[29] είχαν συνείδηση αυτής της καταστάσεως. Οι Ρωμαίοι δεν ερχόντουσαν σε επιμιξία με τους Γερμανικούς λαούς, χρησιμοποιούσαν το Ρωμαϊκό αστικό δίκαιο με την ανοχή των κατακτητών και υπήρχε αμοιβαία αντιπάθεια μεταξύ τους.  Χαρακτηριστική είναι η στιχομυθία του Λογγοβάρδου Λιουτπράνδου, Επισκόπου Κρεμώνος, με τον Αυτοκράτορα Νικηφόρο: όταν ο Αυτοκράτορας σε κάποιο σημείο του είπε «εσείς δεν είστε Ρωμαίοι αλλά Λογγοβάρδοι που καταλάβατε την Ρώμη» ο Λιουτπράνδος απήντησε «Εμείς...οι Λομβαρδοί, Σάξωνες, Φράγκοι, Λοθαριγκιανοί, Βαγοαρινοί, Σουένοι, Βουργουνδοί, έχουμε τέτοια περιφρόνηση (για τους Ρωμαίους), ώστε, όταν οργιζόμαστε με τους εχθρούς μας, δεν εκστομίζουμε άλλη ύβρη, παρά "Ρωμαίε" (nisi Romane), μόνον αυτό δηλαδή το όνομα των Ρωμαίων (hoc solo, id est Romanorum nomine), που σημαίνει: ο,τιδήποτε αγενές, φιλάργυρο, ακόλαστο, απατηλό και, στ' αλήθεια, ο,τιδήποτε κακό»[30]. Το γεγονός ότι όλα αυτά τα Γερμανικά φύλα ανήκαν στην αίρεση του αρειανισμού και είχαν την δική τους ξεχωριστή Ιεραρχία, βοήθησε ώστε η Ιεραρχία των Ορθοδόξων Ρωμαίων να μείνει ανέπαφη και να αναλάβει την εθναρχία των υποδούλων Δυτικών Ρωμαίων[31]. Τότε θεσμοθετήθηκε από τους Πάπες η εκλογή του Πάπα να γίνεται από το κολέγιο των Καρδιναλίων, δηλαδή των Εφημερίων των ενοριών της Ρώμης[32], που φρόντιζαν πάντα να είναι Ρωμαίοι και όχι Γερμανοί. Αυτό διατηρήθηκε μέχρι το 1009 μ.Χ..
Η εμφάνιση στο προσκήνιο των Φράγκων (οι οποίοι νίκησαν βαθμιαία και αφομοίωσαν τα άλλα Γερμανικά φύλα), άλλαξε δραματικά τα πράγματα. Οι Φράγκοι, θεωρητικώς, ασπάσθηκαν την Ορθοδοξία και όχι τον Αρειανισμό. Αυτό τους εξυπηρέτησε στο να εισχωρήσουν στην Ορθόδοξη Εκκλησιαστική Ιεραρχία των υποδούλων πληθυσμών, να προωθούν, κατά πάγια τακτική, τα δευτερότοκα τέκνα των Φεουδαρχών στις τάξεις του ανωτέρου κλήρου[33]. Έτσι ενσωματώθηκε  η εκκλησιαστική Ιεραρχία στον φεουδαρχικό τους μηχανισμό[34]. Η εθναρχία στην Δύση είχε καταργηθεί. Αποφάσισαν να γίνουν αυτοί Ρωμαίοι στη θέση των Ρωμαίων, πράγμα αδιανόητο σε παλαιότερες εποχές. Ίδρυσαν την «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους», που κατά μία λίαν εύστοχη διαπίστωση, ούτε αγία ήταν ούτε ρωμαϊκή, ούτε αυτοκρατορία[35]. Θέλησαν να οικειοποιηθούν την Ρωμαϊκή Κληρονομιά. Οι «Βυζαντινοί» έπαψαν να ονομάζονται Ρωμαίοι από τους Φράγκους, αλλά Γραικοί. Όμως έπρεπε να εξαλειφθεί κάθε επιρροή του «Βυζαντινού» Αυτοκράτορα προς τους Ρωμαϊκής συνειδήσεως πληθυσμούς της Δύσεως. Έτσι άρχισαν να καλλιεργούν την δογματική απόκλιση της Εκκλησίας της Δύσεως από την Ανατολική.  Μία αποτυχημένη απόπειρα έγινε με την υιοθέτηση εικονομαχικών απόψεων  από την Σύνοδο της Φραγκφούρτης[36]. Ο Ορθόδοξος Ρωμαίος Πάπας όμως τότε δεν συναίνεσε. Στη συνέχεια καλλιεργήθηκε από τους Φράγκους η προσθήκη στο σύμβολο της Πίστεως του filoque, και άρχισε να διαδίδεται στη Δύση. Και σ’ αυτό οι Ρωμαίοι Πάπες αντιστέκονταν μέχρι το 1009. Τότε έχουμε για πρώτη φορά εκλογή Γερμανού Πάπα και έκτοτε υιοθετήθηκε επίσημα από την Ρώμη η δογματική αυτή απόκλιση[37]. Το ίδιο έτος, το όνομα του Πάπα διαγράφηκε από τα δίπτυχα. Το 1054, επήλθε και το αμοιβαίο ανάθεμα μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Το όνομα Γραικός φορτίσθηκε αρνητικά με τις έννοιες του σχισματικού, του πονηρού του υποκριτή κ.λπ.[38]. Η Ελληνική γλώσσα (στοιχείο ανωτέρας μορφώσεως του κάθε καλλιεργημένου Ρωμαίου  σε παλαιότερες εποχές) έπαυσε να καλλιεργείται στην Δύση[39]. Οι πληθυσμοί της Δύσεως αποκόπηκαν βαθμιαία από την επιρροή των «Βυζαντινών»[40] και εκφραγκεύθηκαν. Η δογματική απόκλιση χρησιμοποιήθηκε ως όχημα για τις αλλαγές αυτές.
Στη συνέχεια με την Δ΄ Σταυροφορία, η Φραγκική Δύση κατόρθωσε να δώσει καίριο πλήγμα στον νόμιμο φορέα της Ρωμαϊκής Κληρονομιάς, που όμως αν και θανάσιμα τραυματισμένος έπεσε ηρωικά δυόμισι αιώνες αργότερα.  Η πτώση της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας στους Τούρκους ερμηνεύθηκε από τους Δυτικο-ευρωπαίους ως ένα δείγμα της «θείας τιμωρίας» των Γραικών για την «αίρεσή» τους.

ΣΥΝΟΨΗ

Η επίδραση της θρησκείας ήταν καταλυτική στην διαμόρφωση και διατήρηση της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας. Ο Χριστιανισμός επέδρασε στην διαμόρφωση της Αυτοκρατορικής ιδέας, μετασχημάτισε επί το φιλανθρωπότερον την ρωμαϊκή νομοθεσία και άφησε το ανεξίτηλο χρώμα του στην τέχνη και την λογοτεχνία της περιόδου που εξετάζουμε.
Ακόμη σημαντικότερη ήταν η επίδραση της θρησκείας στις σχέσεις του «Βυζαντίου» με τους άλλους λαούς. Τα αποτελέσματα αυτής της επιδράσεως τα ανακαλύπτουμε ακόμη και σήμερα.
Η «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία χρησιμοποίησε συστηματικά την διάδοση της Ορθοδοξίας ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Μ’ αυτόν τον τρόπο καθιστούσε βαρβαρικά φύλα, συμμάχους του «Βυζαντίου». Από την άλλη πλευρά, η δογματική απόκλιση υπήρξε αιτία και διοικητικής διαιρέσεως. Κάτι τέτοιο συνέβη με τους Μονοφυσιτικούς πληθυσμούς που η δογματική τους απόκλιση ευνόησε την εύκολη αποκοπή τους από τον κορμό της Αυτοκρατορίας.
Πολλές όμως φορές συνέβη το αντίστροφο. Δυνάμεις που επιθυμούσαν την διοικητική διαίρεση, επινόησαν ή ευνόησαν δογματικές αποκλίσεις. Αυτό έκαναν οι Φράγκοι στην Δύση, αφού με την θεωρητική αποδοχή από αυτούς της Ορθοδοξίας εισχώρησαν στην Ορθόδοξη Εκκλησιαστική Ιεραρχία της Δύσεως, στη συνέχεια επεδίωξαν την δογματική απόκλιση της Δύσεως από την Ανατολική Εκκλησία για να αποσπάσουν τους υποδούλους πληθυσμούς από την σφαίρα επιρροής του Αυτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως και την οικειοποίηση της Ρωμαϊκής κληρονομιάς. Στη συνέχεια φρόντισαν να εξοντώσουν και τον νόμιμο κληρονόμο, πράγμα που πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό με την Δ΄ Σταυροφορία.
 Παρ’ όλα ταύτα, η «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία διήρκεσε πάνω από χίλια χρόνια. Ο εμβολιασμός του Χριστιανισμού στον φορέα του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, της χάρισε ξεχωριστή μακροβιότητα. Το «πείραμα» του Μεγάλου Κωνσταντίνου, απεδείχθη ίσως παρακινδυ­νευ­μέ­νο, αλλά απόλυτα επιτυχημένο.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



1.      Πέννα Β., «Βυζαντινοί Θεσμοί», στο  Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, Τόμ. Β΄ Βυζάντιο και Ελληνισμός, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 21-70.
2.      Πέννα Β., «Η Βυζαντινά Κοινωνία», στο  Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, Τόμ. Β΄ Βυζάντιο και Ελληνισμός, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 71-94
3.      Νικολούδης Ν., «Το Βυζάντιο και οι Γείτονές του», στο  Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, Τόμ. Β΄ Βυζάντιο και Ελληνισμός, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 21-71
4.      Αλμπάνη Τζ., «Εισαγωγή στην Βυζαντινή τέχνη», στο Αλμπάνη Τζ. ΤΕΧΝΕΣ Ι, τομ. Β΄ Βυζαντινή και μεταβυζαντινή Τέχνη, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999.
5.      Γιαννόπουλος Ι. κεφ. 6-11 (περί Βυζαντίου), στο Γιαννόπουλος Ι. Κατσιαμπούρα Γ. Κουκουζέλη Α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμ. Β΄, Σημαντικοί σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σελ. 249-418.
6.      Ρωμανίδου Ι., Φράγκοι, Ρωμαίοι, Φεουδαλισμός και Δόγμα, Αλληλεπίδραση Θεολογίας και Κοινωνίας: http://www.romanity.org/htm/ rom.e.04. fragkoi_romaioi_feoudalismos_kai_dogma.01.htm#35.
7.      Ρωμανίδου Ι., Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1975. Και στην Ιστοσελίδα http://www.romanity.org/htm/rom.el.01. romiosini_ romania_roumeli.01.htm#s1.
8.      Runciman St., Η Βυζαντινή Θεοκρατία, μτφρ. Ι. Ροηλίδης, εκδ. Δόμος, Αθήνα 2005.
9.      Ουνταλτσόβα Ζ., Λιτάβριν Γ.,  Μεντβέντιεφ Ι, Βυζαντινή Διπλωματία, μτφρ. Π. Ματέρη -  Δ. Πατέλη, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995.
10.  Manco C., Βυζάντιο, Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτφρ. Δ. Τσουγκαράκης, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002.
11.  Σαββίδη Α., Το Οικουμενικό Βυζαντινό Κράτος και η Εμφάνιση του Ισλάμ, 518-717 μ.Χ., εκδ. Εστία, Αθήνα 1990.



[1] Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών. Οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως.
[2] Runciman St., Η Βυζαντινή Θεοκρατία, μτφρ. Ι. Ροηλίδης, εκδ. Δόμος, Αθήνα 2005, σελ. 11.
[3] Πέννα Β., «Βυζαντινοί Θεσμοί», στο  Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, Τόμ. Β΄ Βυζάντιο και Ελληνισμός, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 26
[4] Από τον Ευσέβειο Καισαρείας, βλ. Runciman St., ό.π. σελ.29-30
[5] Πέννα Β., ό.π., σελ. 29- 30
[6] Στο ίδιο, σελ. 62
[7] Στο ίδιο, σελ. 31.
[8] Στο ίδιο, σελ. 37.
[9] Στο ίδιο, σελ. 30.
[10] Runciman St., ό.π. σελ. 158.
[11] Πέννα Β., ό.π., σελ . 53  
[12] Runciman St., ό.π. σελ. 158.
[13] Πέννα Β., ό.π., σελ. 54.
[14] Πρβλ. Στο ίδιο σελ. 54.
[15] Γιαννόπουλος Ι. κεφ. 6-11 (περί Βυζαντίου), στο Γιαννόπουλος Ι. Κατσιαμπούρα Γ. Κουκουζέλη Α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμ. Β΄, Σημαντικοί σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σελ. 337.
[16] Στο ίδιο, σελ. 341.
[17] Runciman St., ό.π., σελ. 113.
[18] Runciman St., ό.π., σελ. 124.
[19] Γιαννόπουλος Ι., ό.π., σελ. 262.
[20] Βλ. σελ. 7 της παρούσης.
[21] Manco C., Βυζάντιο, Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτφρ. Δ. Τσουγκαράκης, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002 σελ. 114.
[22] Αλμπάνη Τζ., «Εισαγωγή στην Βυζαντινή τέχνη», στο Αλμπάνη Τζ. ΤΕΧΝΕΣ Ι, τομ. Β΄ Βυζαντινή και μεταβυζαντινή Τέχνη, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 19.
[23] Στο ίδιο, σελ. 22
[24] Manco C., ό.π., σελ. 275.
[25] Ουνταλτσόβα Ζ.,«Η Διπλωματία από τον 7ο έως τον 13ο αιώνα», στο Ουνταλτσόβα Ζ., Λιτάβριν Γ.,  Μεντβέντιεφ Ι, Βυζαντινή Διπλωματία, μτφρ. Π. Ματέρη -  Δ. Πατέλη, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, σελ.59.
[26] Γιαυτό και μέχρι σήμερα αυτά τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία προσδιορίζονται από τους Άραβες και Τούρκους ως «Ρουμ-Ορτοντόξ». Βλ. Ρωμανίδου Ι., Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1975, παρ. 021.
[27] Το κεφ. «Αλ Ρουμ». Βλ. Σαββίδη Α., Το Οικουμενικό Βυζαντινό Κράτος και η Εμφάνιση του Ισλάμ, 518-717 μ.Χ., εκδ. Εστία, Αθήνα 1990, σελ. 176-177.
[28] Στο ίδιο.
[29] Δηλαδή των Κελτών, Ιβήρων, Βερβέρων κ.ά. πού είχαν εκλατινισθεί γλωσσικά και είχαν την αυτοσυνειδησία ότι ήταν Ρωμαίοι και όχι «βάρβαροι».
[30] Ρωμανίδου Ι. «Φράγκοι Ρωμαίοι Φεουδαλισμός και Δόγμα, Αλληλεπίδραση Θεολογίας και Κοινωνίας»: http://www.romanity.org/htm/ rom.e.04.fragkoi_ romaioi_feoudalismos_kai_dogma. 01. htm#35
[31] Όπως συνέβη και στις περιοχές Συρίας , Παλαιστίνης και Αιγύπτου που η Ορθόδοξη Ιεραρχία ανέλαβε την εθναρχική εκπροσώπηση των Ορθοδόξων πληθυσμών (Ρωμαίων) στις μουσουλμανικές αρχές. Βλ. Ρωμανίδου Ι., Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1975, παρ. 125.
[32] Κάτι ανάλογο με την αγιοταφική αδελφότητα. Βέβαια τώρα ο θεσμός των Καρδιναλίων έχει εξελιχθεί σε κάτι τελείως διαφορετικό. Βλ. Ρωμανίδου Ι., ό.π., παρ. 148-149.
[33] Συχνά αυτά τα δευτερότοκα τέκνα των ηγεμόνων δεν είχαν καμία κλίση προς τα εκκλησιαστικά και συνέχιζαν να ζουν ως ηγεμόνες ενασχολούμενοι με το κυνήγι, την πολιτική ακόμη και τον πόλεμο, ενώ η εκκλησιαστική περιουσία της Μονής ή της Επισκοπής που είχαν ήταν το φέουδό τους.
[34] Ρωμανίδου Ι., ό.π., παρ. 126.
[35] Runciman St., ό.π. σελ. 12.
[36] Στο ίδιο, παρ131-132.
[37] Μέχρι τότε οι διαφορές του Πάπα με τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως ήταν για διοικητικά θέματα. Βλ. Ρωμανίδου Ι., ό.π., παρ. 067-071.
[38] Ενώ το όνομα Φράγκος είναι τόσο θετικά φορτισμένο στο Δυτικό λεξιλόγιο ώστε είναι συνώνυμο του ελεύθερου και του ειλικρινούς ανθρώπου. Το αντίθετο συμβαίνει σε εμάς που η λέξη Φράγκος θεωρείται μέχρι σήμερα προσβλητική, και δεν θελήσαμε να ονομάσουμε έτσι τους Γάλλους, παρά το ότι οι ίδιοι πλέον αισθάνονται υπερήφανοι για το όνομα αυτό!
[39] Χαρακτηριστική η έκφραση «graeca sunt, non leguntur» και ή αντίστοιχη σύγχρονη Αγγλική «Its all Greek to me», που αντιστοιχούν στην δική μας «αυτά είναι Κινέζικα, δεν τα καταλαβαίνω».
[40] Αυτό δεν έγινε χωρίς αντιδράσεις, όπως φανερώνουν τα γεγονότα του «Σικελικού Εσπερινού». Οι Νορμανδοί, αν και Σκανδιναυοί στην Καταγωγή, εκφραγκεύθηκαν στην Βόρεια Γαλατία και έγιναν φορείς  του πνεύματος που αναφέρουμε.

Η προσφορά του Βυζαντίου στον πολιτισμό Ι. Μ. Χατζηφώτη ,


Ι. Μ. Χατζηφώτη ,
Βυζάντιο καί Ἐκκλησία ,
Εκδόσεις Αποστολική Διακονία, Β' Εκδ ., 1989, σελ. 17-23
Ιδιαίτερα το Βυζάντιο, όπως άλλωστε και η επανάσταση του Εικοσιένα, δέχθηκε τα πυρά των μελετητών αυτών, μερικοί από τους οποίους δεν δίστασαν να γυρίσουν πίσω στην εποχή του Γίββωνα , όταν τον θεωρούσαν « Bas Empire » (Υστέρα Ρωμαϊκή αυτοκρατορία), υποτιμώντας την προσφορά του και διαστρέφοντας τα χαρακτηριστικά του. Αν είναι δυνατό τώρα πια μετά από τόσες επιστημονικές εργασίες να μην αναγνωρίζεται η αξία. Όχι μόνο στον ιδιαίτερα προβλημένο τομέα της τέχνης, αλλά και στον χώρο της φιλολογίας, της υμνογραφίας και ποιήσεως, της διπλωματίας, της νομικής επιστήμης και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων. Όταν μάλιστα τον πολιτισμό του το Βυζάντιο δεν τον κράτησε ζηλότυπα για τον εαυτό του, αλλά τον διέδωσε προς όλες τις γεωγραφικές κατευθύνσεις. Ακόμη και η ίδια η Ευρώπη χρωστάει στο Βυζάντιο πολλά. Δεν τα ισχυριζόμαστε εμείς αυτά. Τα αναγνωρίζουν οι εγκυρότεροι ξένοι βυζαντινολόγοι. Ξεχωριστά με το θέμα έχει ασχοληθεί ο «σπουδαιότερος, κατά τον Α. Μουστακίδη - Μεσεμβρινό , εκπρόσωπος των ελληνικών σπουδών στη μεταπολεμική Σουηδία κι ένας από τους πιο φωτισμένους ηγέτες του σημερινού σκανδιναβικού ουμανισμού», ο ’λμπερτ Βίφστραντ (1901-1961) στο μελέτημά του «Το βυζάντιο και η Ευρώπη», που ο Μυστακίδης μετέφρασε στη γλώσσα μας μαζί μ' ένα άλλο κείμενό του («Η αληθινή αρχαιότητα κι εμείς») και παρουσίασε το 1966 σ' ένα μικρό βιβλιαράκι με τον τίτλο «Δύο μελετήματα» του ’λμπερτ Βίφστραντ ( Ελληνοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη). Στην περισπούδαστη αυτή εργασία ο Σουηδός σοφός, εκτός από τον εκχριστιανισμό της Ρωσίας και των Σλάβων και τη συγκράτηση της αραβικής απειλής, που έδωσε στην Ευρώπη τη δυνατότητα να αναπτυχθεί, αναγνωρίζει στο Βυζάντιο τόσα πολλά και σημαντικά, που ελάχιστα εμείς οι ίδιοι έχομε προσέξει. Απανθίζομε εδώ μερικά από αυτά:
1. «Αν σκεφτούμε ποια ήταν η όψη της υπόλοιπης Ευρώπης κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, βλέπουμε καθαρά, ότι για κάμποσα εκατόχρονα ως τα μέσα του ΙΑ΄ αιώνα το Βυζαντινό κράτος υπήρξε χωρίς σύγκριση η σπουδαιότερη πολιτιστική δύναμη της Ευρώπης, κι ασφαλώς το γνώριζαν και οι ίδιοι οι Βυζαντινοί» (1).
2. «Τα παλαιότερα νομίσματα της Σκανδιναβίας μιμούνται τα βυζαντινά. Οι συγκοινωνίες μας με τη δυτική και νότια Ευρώπη σε ορισμένες περιοχές δεν ήταν τόσο συχνές όσο ήταν με τη βυζαντινή νοτιοανατολική Ευρώπη. Πιο ύστερα, όταν βρεθήκαμε ολότελα κάτω από την επιβολή της καθολικής εκκλησίας, τα πράγματα άλλαξαν και η πνευματική μας ζωή δέθηκε πιο στενά με της νοτιοδυτικής και νότιας Ευρώπης»(2).
3. «Ούτε αυτή η δυτική και νότια ευρωπαϊκή πνευματική ζωή αναπτυσσόταν εντελώς χωρίς την επίδραση της βυζαντινής, όπως φανταζόμαστε…Στην περίοδο της εικονομαχίας στο Βυζάντιο του Ζ΄ αι., όταν οι αυτοκράτορες προσπαθούσαν να βγάλουν τις εικόνες από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια, πολλοί καλόγεροι έφυγαν στη Ρώμη και διέδωσαν εκεί τη γνώση για τη βυζαντινή λογοτεχνία και τέχνη, και η νότια Ιταλία για κάμποσο καιρό ξαναγύρισε στην κυριαρχία των Βυζαντινών. Τον ΙΑ΄ αι., ένας ηγεμόνας στο Μόντε Κασσίνο , που ήταν ακόμη από τα σπουδαιότερα μοναστήρια της Ιταλίας, έφερε μερικούς Έλληνες ζωγράφους για το στόλισμα του καθολικού. Και στη Βενετία η καλλιτεχνική επίδραση του Βυζαντίου ήταν ισχυρή ως τον ΙΔ΄ αι.» (3).
4. «Η πνευματική ακτινοβολία του Βυζαντίου προς την Ευρώπη στάθηκε σπουδαία, ενώ δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για πνευματική επίδραση από τη δυτική Ευρώπη πριν από τα 1200 περίπου»(4).
5. «Θέλοντας να γράψω μια έκθεση πάνω στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, άρχισα να μελετώ βαθύτερα τη βυζαντινή λογοτεχνία, και ένιωσα με την ευκαιρία αυτή πολλές ευχάριστες εκπλήξεις. Έπειτα προσπάθησα να ενημερωθώ στην τωρινή κατάσταση των ιστορικών ερευνών, και πρόσεξα πως και η ιστορική επιστήμη έφτασε σε μια πιο δίκαια αντίληψη της σημασίας και της προσφοράς των Βυζαντινών. Τους πλησίασα ξεκινώντας όχι με βάση τη μεσαιωνική ιστορία της Δύσης, μήτε τη νεοελληνική εποχή, παρά από την αντίθετη μεριά, την αρχαιότητα. Τέλος θέλω να επαναλάβω ότι Βυζαντινοί μεταβίβασαν τον αρχαίο πολιτισμό, δεν τον διέλυσαν, και το μετέδωσαν σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από το δυτικό κόσμο στο διάστημα του Μεσαίωνα» (5).
Και στην τελευταία αυτή παρατήρησή του ο Σουηδός επιστήμονας έχει απόλυτο δίκαιο, γιατί δεν ήταν μόνο η Ευρώπη που ποικιλότροπα ωφελήθηκε από το Βυζάντιο. Και οι ’ραβες του χρωστούν πολλά. Τα καταγράφει προσκομίζοντας πλούσια αποδεικτικά στοιχεία ο Αιγύπτιος Ελληνιστής ’λυ Νουρ στη διδακτορική του διατριβή «Το Κοράνιον και το Βυζάντιον », που κυκλοφόρησε το 1970. Συνοψίζουμε τα πιο σημαντικά:
1. «Ο χριστιανικός κόσμος εβασίζετο τότε κυρίως εις τα ελληνικά γράμματα, ένεκα της βυζαντινής εκκλησίας. Η βυζαντινή εκκλησία ετροφοδότει τας άλλας εκκλησίας της Αφρικής και της Ασίας με ιεραπόστολους, επισκόπους και άλλους κληρικούς. Αλλά και στους αιρετικούς ακόμη η βυζαντινή εκκλησία εφοδίαζε δια πλείστων θρησκευτικών και επιστημονικών στοιχείων, ορισμοί των οποίων έμειναν απαραλλάκτως εις πολλάς ξένας γλώσσας. Εις την αραβικήν διάλεκτον της Υεμένης ενεφανίζοντο λέξεις με καθαρώς ελληνικάς ρίζας. Η δε αραμαϊκή , ήτις μετωνομάσθη συριακή κατά τους βυζαντινούς αιώνας, περιέχει ικανά στοιχεία μαρτυρούντα μεγάλη ελληνικήν επίδρασιν ». (6).
2. «Εξ αιτίας της εξαπλώσεως του Χριστιανισμού και των στενών σχέσεων προς το Βυζάντιον , όχι μόνον οι Αραμαίοι αλλά και οι Πέρσαι και οι Ινδοί και άλλοι λαοί ήλθον εις επαφήν με τα ελληνικά γράμματα» (7).
3. «Υπάρχει φιλολογική σχέσις μεταξύ του κορανικού κειμένου και του ελληνικού της Αγίας Γραφής. Βάσει αυτής της σχέσεως είναι εύκολον να ανιχνεύσωμεν την κορανικήν απόδοσιν των κυριωτέρων θεμάτων άτινα επλούτισαν την αραβικήν γλώσσαν και εδημιούργησαν ενδιαφέρον δια τα ελληνικά γράμματα» (8). Οι επιδράσεις αυτές αναφέρονται κυρίως στο ζήτημα της δημιουργίας του κόσμου, στο ζήτημα της Δευτέρας Παρουσίας, σε Προφήτες και Αποστόλους.
4. «Εκτός των θεμάτων της Αγίας Γραφής υπάρχουν εις το Κοράνιον θρησκευτικοί θρύλοι και αγιολογικαί παραδόσεις, αίτινες ευκόλως παραλληλίζονται προς γραφέντα προ του Ισλάμ ελληνικά κείμενα (9). Τα κείμενα αυτά είναι η ψευδοκαλλισθένειος φυλλάδα (Θρύλοι του Μεγαλέξαντρου ), βυζαντινοί νόμοι και ασκητικά κείμενα, βίοι αγίων, ύμνοι και πατερικοί λόγοι.
5. «Είναι δυνατόν να ανιχθευθούν εις το κορανικόν κείμενο αι εξής αραβοελληνκαί λέξεις: χυντάρ - ύδωρ, χούντα-ωδή, χουτ -κήτος, τ(θ) ούγκρα -θύρα, δέφυρα -γέφυρα, ιγγίλ - ευαγγέλιον , ιβλίς -διάβολος, ουαρ (ι)κ- αργύριον , σουρ -συσσωρεύω, Φε (ι) ρντάους -Παράδεισος, Μαγούς -Μάγοι, Γκιν -Γεν (πνεύμα ή αόρατον ή καλυπτόμενον δια μανδύου ), κιρτάς -χάρτης, κιστ - justus (δίκαιος), κιστάς - ευθύτης , ζυγός, δικαιοσύνη, ζούχρουφ -ζωγραφική, μιθάκ -η ρίζα, θακ -θήκη, διαθήκη, χουάρι -ιερεύς, νούχα -νους, μπουργκ -πύργος, κούρα-χώρα, θάρα - terra (γη), Ιουνάς -Ιωνάς, ντία -φως Διός, Θεός, λάμψις κ.λπ.» (10).
6. «Μεταξύ των καλλιγράφων, οίτινες έδωσαν εις την αραβικήν γραφήν τους γνωστούς μέχρι σήμερον χαρακτήρας, αναφέρεται το όνομα του Αμντ ερ Ρούμι (:ο Ρωμαίος), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι και πλείστοι άλλοι δεν ήσαν Ρωμαίοι, εφ' όσον αι τέχναι αι σχετικαί με τα βιβλία ήσαν ανεπτυγμέναι εις το Βυζάντιον » (11).
7. Ελληνικής καταγωγής υπήρξαν πολλοί ’ραβες γραμματικοί, ερμηνευτές του Κορανίου, ιστορικοί και νομικοί (12).
8. «Η ελληνική φυσιογνωμία διαφαίνεται και εις τα αραβικά γράμματα επί 14 αιώνας και αποτελεί μέχρι σήμερον παρθένον και αξιόλογον θέμα ερεύνης » (13).
Ο ’λυ Νουρ κατακλείει τη μελέτη του με τους στίχους « ενός μεγάλου δι' ημάς ποιητού , όστις έζησε την ιστορικήν ελληνοαραβικήν ανάμειξιν », του Ιμπν ερ -Ρούμι (: ο γιος του Ρωμαίου). Αξίζει να τους μεταφέρωμε στην ζωντανή μας γλώσσα:
Εμείς, τα παιδιά της Ελλάδας
τη σοφία μονοπωλούμε,
τη δόξα, αλλά και την ανδρεία.
Ένας από τους Μαουάλι είμαι,
Όμως η καταγωγή μου είναι
το ένδοξο Βυζάντιο.
Πατέρες έχω τον Θεόφιλο
και τους σοφούς Έλληνες.
Δεν με γέννησε Ράβαι της ερήμου
ούτε κανένας απ' τους νομάδες.
Είμαι παιδί του Ίωνα,
του πατέρα των βασιλιάδων.
Η θέση μου πρέπει
νάναι ψηλά κοντά στους βασιλιάδες.
Κατέχω τη διάνοια και την κρίση
και στη γλώσσα των Αράβων, για να γίνω κριτής.
Μου ταιριάζει να γίνω ηγέτης
και στα γράμματα κριτής.
Οι στίχοι αυτοί μιλάνε πιο εύγλωττα από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και για τη βυζαντινή επίδραση και για την ακτινοβολία του Βυζαντίου στους ’ραβες. Τεράστια, εξ άλλου, και ευρύτατα γνωστή υπήρξε η εκπολιτιστική του προσφορά στους Ρώσους και στους Σλάβους, στους οποίους μετέδωσε μέσω της Εκκλησίας την τέχνη και άλλα πολιτιστικά στοιχεία. Χαρακτηριστικά είναι όσα ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βλάσιος Φειδάς , που έχει ιδιαίτερα ασχοληθή με τις βυζαντινές επιδράσεις στους σλαβικούς λαούς, παρατηρεί στη διδακτορική του διατριβή « Ἡ πρώτη ἐν Ρωσίᾳ ἐκκλησιαστική ἱεραρχία καί αἱ ρωσικαί πηγαί »:
«Η από του Βυζαντίου αποδοχή του Χριστιανισμού υπό των Ρώσων ωδήγησε τούτους εις την σφαίραν της εκκλησιαστικής του Βυζαντίου επιδράσεως και εχάραξε τα μελλοντικά πεπρωμένα του ρωσικού λαού...Δια της διαδόσεως του Χριστιανισμού παρά τοις βαρβάροις λαοίς, ούτοι περιήρχοντο αποφασιστικώς εις την σφαίρα των βυζαντινών επιδράσεων, του βυζαντινού πολιτισμού, του βυζαντινού πνεύματος, και καθίσταντο, εκτός τινών εξαιρέσεων, στενοί φίλοι της Αυτοκρατορίας»(14).

(1) ’λμπερτ Βίφστραντ : Δύο μελετήματα, μτρφ. Α. Μυστακίδη, Ελληνοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη, 1966, σελ. 48.
(2) οπ . παρ. σελ. 50.
(3) οπ . παρ. σελ. 51.
(4) οπ . παρ. σελ. 53.
(5) οπ . παρ. σελ. 64.
(6) ’λυ Νουρ , Το Κοράνιον και το Βυζάντιον , Αθήναι, 1970, σελ. 45.
(7) οπ . παρ. σελ. 46.
(8) οπ . παρ. σελ. 54.
(9) οπ . παρ. σελ. 63.
(10) οπ . παρ. σελ. 78-79.
(11) οπ . παρ. σελ. 86.
(12) οπ . παρ. σελ. 85-91
(13) οπ . παρ. σελ. 94.
(14) Βλ. Ιω . Φειδά : Ἡ πρώτη ἐν Ρωσίᾳ ἐκκλησιαστική ἱεραρχία καί αἱ ρωσικαί πηγαί , Αθήναι, 1966, σελ. 11 κ. ε.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Η φοβερή προφητεία στον τάφο του Μεγάλου Κωνσταντίνου



Ο τάφος αυτός είναι στον Ναό των Αγίων Αποστόλων της Βασιλεύουσας. Για πάνω από 1.000 χρόνια το κείμενό της παρέμενε ένα μεγάλο μυστήριο. Το αποκρυπτογράφησε ο Γεννάδιος Σχολάριος ο μετέπειτα Πατριάρχης 13 μόλις χρόνια πριν από την αποφράδα μέρα της Άλωσης της Πόλης. Το κείμενο της επιγραφής-προφητείας, όπως ακριβώς βρέθηκε πάνω στην πλάκα του μνήματος, ήτανε αυτό:

Τ. πτ. τ. ιδτ. Η βελ. τ. ιμλ. Ο Κλμν. μαμθ. μ. δ. ν. τρπσ. γν. τ. πλολγ. τ. επτλφ. κρτσ. εσθ. βελε. εθν. ππλ. κτξ. κ. τ. νσ. ερμσ. μχρ. τ. εξν. πτ. ιστργτν. πθσ. τ. ινδκτ. πλυσ. κτδ. τ. εντ. τ. ιδκτ. ε. τβρ. τ. μρ. μλ. δ. ν. στρτσ. τ. δκτ. τ. ιδκτ. τ. δμτ. τρπσ. πλ. επστψ. ετ. χν. τ. δμτ. πλμ. εγρ. μγ. μρκτ. στρβν. κ. τ. πλθ. κ. τ. φλ. σνδ. τ. επρ. δ. θλσ. κ. ξρ. τ. πλμ. σνω. κ. τ. ισμλ. τρπσ. τ. απγν. ατ. βσλσ. ελτ. μκρ. ολγ. τ. δ. ξθ. γν. αμ. μτ. τ. πκτρ. ολ. ιμλ. τπσ. τ. επλφ. επρο. μετ. τ. πρμ. ττ. πλμ. εγρ. εφλ. ηγρων. μχ. τ. ππτ. ωρ. κ. φν. βσ. ττ. στ. στ. μτ. φβ. σπστ. πλ. σδω. ε. τ. δξ. τ. μρ. αδ. ερτ. γν. θμστ. κ. ρμλο. ττ. εξτ. δσπυ. φλ. γ. εμ. υπχ. κ. ατ. πρλβτ. θλμ. εμ. πλρτ.

Το αινιγματικό κείμενο της επιγραφής-προφητείας όπως το αποκωδικοποίησε το 1440 ο Γεννάδιος Σχολάριος έχει ως εξής:

Τη πρώτη της Ινδίκτου, η βασιλεία του Ισμαήλ ο καλούμενος Μωάμεθ, μέλλει δια να τροπώση γένος των Παλαιολόγων, την Επτάλοφον κρατήσει, έσωθεν βασιλεύσει, έθνη πάμπολα κατάρξει, και τας νήσους ερημώσει μέχρι του Ευξείνου Πόντου. Ιστρογείτονας πορθήσει τη ογδόη της Ινδίκτου, εις τα βόρεια τα μέρη μέλλει δια να στρατεύση τη δεκάτη της Ινδίκτου τους Δαλμάτας τροπώσει, πάλιν επιστρέψει έτι χρόνον, τοις Δαλμάτοις πόλεμον εγείρει μέγαν μερικόν τε συντριβήναι και τα πλήθη και τα φύλα συνοδή των εσπερίων δια θαλάσσης και ξηράς τον πόλεμον συνάψουν, και τον Ισμαήλ τροπώσουν. Το απόγονον αυτού βασιλεύσει έλαττον μικρόν ολίγον. Το δε ξανθόν γένος άμα μετά των πρακτόρων όλον Ισμαήλ τροπώσουν, την Επτάλοφον επάρουν μετά των προνομίων. Τότε πόλεμον εγείρουν έμφυλον ηγριωμένον, μέχρι της πεμπταίας ώρας και φωνή βοήσει τρίτον, στήτε, στήτε, στήτε, μετά φόβου σπεύσατε πολλά σπουδαίως εις τα δεξιά τα μέρη άνδρα εύρητε γενναίον θαυμαστόν και ρωμαλέον, τούτον έξετε. Δεσπότην, φίλος γαρ εμού υπάρχει. Και αυτόν παραλαβόντες, θέλημα εμού πληρούται.

Η επιγραφή-προφητεία του τάφου του Μεγάλου Κωνσταντίνου αφορά σε γεγονότα 17 ολόκληρων αιώνων! Από την εποχή του Κωνσταντίνου (4ος αιώνας μ.Χ.) μέχρι και… την δική μας! Προλέγει την ακμή και την εξάπλωση των Μογγόλων-Τούρκων (οθωμανική αυτοκρατορία) και την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Προλέγει την νίκη των Ασιατών  επί των Βόρειων λαών (τους Δαλμάτας τροπώσει – Δαλμάτες ήτανε οι λαοί που ζούσανε πάνω από τον Δούναβη). Προλέγει δηλαδή την πολιορκία της Βιέννης από τους Μογγόλους-Τούρκους το 1683. Αλλά προλέγει και την συντριβή τους στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913 "και τα πλήθη και τα φύλα συνοδή των εσπερίων δια θαλάσσης και ξηράς τον πόλεμον συνάψουν και τον Ισμαήλ τροπώσουν". Τέλος, επαληθεύτηκε και η ίδρυση της νέας Τουρκίας πάνω στις στάχτες της οθωμανικής αυτοκρατορίας υπό τον  Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ ( το απόγονον αυτού βασιλεύσει έλαττον μικρόν ολίγον )…

Μέχρι αυτό το σημείο η προφητεία της θαυμαστής επιγραφής επαληθεύτηκε απόλυτα! Μένει τώρα να επαληθευτεί και το υπόλοιπο μέρος της, που αρχίζει από την φράση «Το δε ξανθόν γένος άμα μετά των πρακτόρων όλον Ισμαήλ τροπώσουν και τελειώνει στο θέλημα εμού πληρούται». Ως Ισμαήλ στο Βυζάντιο αναφέρονταν στους Μογγολότουρκους-Μουσουλμάνους και βέβαια ξανθό γένος είναι οι Ομόδοξοί μας οι Ρώσοι! Είναι ξεκάθαρο το μήνυμα της προφητείας που είναι πάνω στο μνήμα του Κωνσταντίνου του Μεγάλου. Μιλάει για την συντριβή των Τούρκων από την Ρωσία και τους δορυφόρους της ( πράκτορες στο κείμενο) σε έναν πόλεμο που θα γίνει  σύντομα! Προλέγει πως η Κωνσταντινούπολη θα κυριευθεί από τους Ορθόδοξους Ρώσους «Το δε ξανθόν γένος άμα μετά των πρακτόρων όλον Ισμαήλ τροπώσουν, την Επτάλοφον επάρουν μετά των προνομίων». Από εκεί και πέρα θα ακολουθήσει και θα γίνει φοβερός πόλεμος "Τότε πόλεμον εγείρουν έμφυλον ηγριωμένον" τον οποίον θα σταματήσει ο ίδιος ο Θεός ορίζοντας ταυτόχρονα τον εκλεκτό Του ως Βασιλέα. «μέχρι της πεμπταίας ώρας και φωνή βοήσει τρίτον, στήτε, στήτε, στήτε, μετά φόβου σπεύσατε πολλά σπουδαίως εις τα δεξιά τα μέρη άνδρα εύρητε γενναίον θαυμαστόν και ρωμαλέον, τούτον έξετε. Δεσπότην, φίλος γαρ εμού υπάρχει. Και αυτόν παραλαβόντες, θέλημα εμού πληρούται.»

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος


O Κωνσταντίνος Δραγάσης Παλαιολόγος ήταν πορφυρογέννητος, αφού είδε το φως της ημέρας στις 9 Φεβρουαρίου του 1404 στο αυτοκρατορικό ανάκτορο των Βλαχερνών. Τέταρτος γιος και όγδοο από τα παιδιά του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και της πριγκιποπούλας της Σερβίας, της Ελένης Δραγάση. Ήταν ο μόνος από τα παιδιά του ζεύγους που χρησιμοποιούσε και το επίθετο της μητέρας του (Ντραγκάς-Δράκος) και γι΄ αυτό συχνά χαρακτηριζόταν ή παρομοιαζόταν με δράκοντα στη γραμματεία της εποχής, ενώ ο λαός τού χάρισε με θαυμασμό το παρατσούκλι Δράκων, μετά τις μεγάλες του νίκες σε Αχαΐα και Βοιωτία. Σύμφωνα με τα βυζαντινά χρονικά οι αστρολόγοι της αυλής προέβλεψαν για το βρέφος που είχε γεννηθεί στο αστερισμό του πλανήτη ουρανού ότι θα γινόταν σπουδαίος άνδρας και παρά τα εμπόδια θα καταλάμβανε υψηλή θέση.


Τα παιδικά χρόνια του νεαρού πρίγκιπα πέρασαν μέσα στο παλάτι των Βλαχερνών. Κατά την τελετή ενηλικίωσης του νεαρού πρίγκιπα, ο πατέρας του Μανουήλ Παλαιολόγος, θέλοντας να επιβραβεύσει τις επιδόσεις του στις σπουδές του, του παραχωρεί ως προσωπικό του δεσποτάτο τις πόλεις της Θράκης που είχαν παραμένει ακόμη ελεύθερες, καθώς κι εκείνες του Εύξεινου Πόντου. Ο νεαρός χωροδεσπότης πλέον, συνοδεία τμήματος του αυτοκρατορικού ιππικού,θα έχει μαζί, από την πρώτη αυτή στιγμή της ανάληψης επίσημων καθηκόντων, τον πιστό, παιδικό του φίλου Γεώργιο Φραντζή. Ο γιος του παρακοιμώμενου του αυτοκράτορα θα συνδεθεί στενά με τον Κωνσταντίνο και θα τον υπηρετήσει για μια ολόκληρη ζωή, αναλαμβάνοντας πολλές και δύσκολες εμπιστευτικές αποστολές.

Οι περιοχές οι οποίες του δόθηκαν να κυβερνήσει, κυρίως η Αγχίαλος και η Μεσημβρία, ήταν πλούσια βυζαντινά οχυρά που έθελγαν τους βάρβαρους, γι΄ αυτό και οι επιθέσεις ήταν συχνές. Η διοίκηση των θρακικών περιοχών ήταν μια πρόκληση για το νεαρό πρίγκιπα για να δείξει τις ικανότητες του. Ωστόσο οι εξελίξεις θα τον επαναφέρουν στη Βασιλεύουσα, όταν ο Μουράτ ο Β΄ θα αρχίσει την πρώτη πολιορκία. Ο Κωνσταντίνος μαζί με τον αδερφό του και μετέπειτα αυτοκράτορα Ιωάννη, θα αγωνιστούν για να μείνει όρθια η Πόλη. Μετά από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες ο σουλτάνος θα αποσυρθεί. Οι απώλειες όμως εδαφών θα είναι μεγάλες: επιδρομές και καταστροφές σε Μακεδονία, Θεσσαλία και Πελοπόννησο. Οι πόλεις της Θράκης παραδίδονται στους Τούρκους και επιβάλλεται και φόρος υποτέλειας. Ο Κωνσταντίνος, εφόσον οι επαρχίες στη Θράκη έχουν χαθεί, παραμένει στην Πόλη. Το 1425 ο γηραιός Μανουήλ πεθαίνει, και στο θρόνο ανεβαίνει ο Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος.

Πρώτη παρουσία στο Μυστρά

Το 1427 ο Κωνσταντίνος φτάνει στο Μυστρά για να βοηθήσει τους αδερφούς του Θωμά και Θεόδωρο στην ανάκτηση των φραγκοκρατούμενων περιοχών της Πελοποννήσου. Τον επόμενο χρόνο συγκεντρώνοντας όλες τις ελληνικές δυνάμεις του Μοριά θα ξεκινήσει τον αγώνα του να διώξει τους Λατίνους από τα κάστρα της Πελοποννήσου. Το πρώτο φρούριο στο οποίο επιτέθηκε ήταν εκείνο της Γλαρέντζας (η αρχαία Κυλήνη) που ανήκε στον πάμπλουτο Κάρολο Τόκκο, ο οποίος θα αναγκαστεί να ζητήσει διαπραγμαεύσεις. Ο γάλλος ηγεμόνας θα πειστεί να παραχωρήσει τις κτήσεις του στην Πελοπόννησο στην ανιψιά του Μανταλένα, την οποία για διπλωματικούς λόγους θα νυμφευόταν ο Κωνσταντίνος.

Αμέσως μετά θα ξεκινήσει η πολιορκία της Πάτρας που θα κρατήσει αρκετό χρονικό διάστημα. Κατά τη διάρκειά της, το 1428, ο Κων/νος παντρεύεται σε ηλικία 24 ετών, στο στρατόπεδο, μπροστά στα τείχη της Πάτρας, τη λατίνα πριγκίπισσα Μανταλένα, που μετά το γάμο της θα πάρει το ορθόδοξο όνομα Θεοδώρα. Το 1429 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος καταλαμβάνει τελικά και την Πάτρα μετά από σκληρή πολιορκία. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ο δυναμικός πρίγκιπας θα κινδυνέυσει να αιχμαλωτιστεί, όταν το άλογό του θα τραυματιστεί. Θα τον σώσει όμως η αυτοθυσία του Γεώργιού Φραντζή, που τελικά αυτός θα πέσει στα χέρια των Λατίνων, για να απελευθερωθεί μετά από διαπραγματεύσεις. Λίγους μήνες αργότερα, η γυναίκα του Θεοδώρα θα πεθάνει. Θα είναι η πρώτη ατυχία από τις πολλές που θα πλήξουν το νεαρό άρχοντα.

Το 1432 η ανάκτηση του Μοριά τελειώνει. Εκτός από την Μεθώνη, την Κορώνη το Ναύπλιο και το Άργος που είναι στα χέρια των Βενετών, ολόκληρη η υπόλοιπη Πελοπόννησος είναι στα χέρια των Ελλήνων με το Θεόδωρο να εξουσιάζει τον Μυστρά, το Θωμά τη Γλαρέντζα και τον Κωνσταντίνο τα Καλάβρυτα. Η παρουσία και η δράση του στο Μυστρά συνιστούσε ένα συνεχή αγώνα μέσα από συμπληγάδες και δυσκολίες: από τη μια οι Λατίνοι που επιζητούσαν τη παραμονή τους στην Πελοπόννησο, από την άλλη οι Τούρκοι που καταλάμβαναν σιγά σιγά όλο τον ελλαδικό χώρο, αλλά και η δύσκολή συνεργασία με τα αδέρφια του. Κάποια στιγμή η ρήξη του με το Θεόδωρο θα πάρει μεγάλες διαστάσεις μέχρι τη στιγμή που θα επέμβει συμβιβαστικά ο αυτοκράτορας.

Στη Βασιλεύουσα

Η διοίκηση του Δεσποτάτου ανατίθεται στον Θεόδωρο κα Θωμά, ενώ ο Κωνσταντίνος αναχωρεί για τη Βασιλεύουσα (1435). Είναι η εποχή που ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Παλαιολόγος μεταβαίνει στην Ιταλία για την περίφημη «Σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας» 1437, αναζητώντας εναγωνίως τη βοήθεια από τη Δύση μέσα από την ένωση των εκκλησιών. Ο Κων/νος αναλαμβάνει τη διοίκηση της Κωνσταντινούπολης. Προσπαθεί να οργανώσει την άμυνα της Πόλης αλλά και να ελέγχει όσο είναι δυνατό, τις αντιδράσεις και τις κινήσεις του σουλτάνου. Το 1440 ο αυτοκράτορας επιστρέφει από την Ιταλία με την ένωση των εκκλησιών υπογεγραμμένη. Θα πιέσει έντονα τον Κωνσταντίνο να παντρευτεί για να υπάρξει διάδοχος μια και ο ίδιος ήταν άτεκνος. Τό 1441 θα παντρευτεί για δεύτερη φορά στη Λέσβο την Αικατερίνη, κόρη του Λατίνου άρχοντα της Λέσβου Γατελούζου, η οποία μάλιστα θα μείνει έγκυος δίνοντας μεγάλη χαρά στον Κωνσταντίνο που ήταν πλέον 37 χρονών.

Οι ανατροπές της ζωή όμως θα είναι συνεχείς. Αυτό που υποψιάζονταν και περίμεναν τα δύο αδέρφια έγινε το 1442 όταν ο μικρότερος Δημήτριος Παλαιολόγος, ενισχυμένος από δυνάμεις του σουλτάνου, θα στασιάσει εναντίον του αδερφού του. Τότε, ερχόμενος τάχιστα με στρατό, ο Κωνσταντίνος θα προσπαθήσει να σώσει το βασιλέα του κι αδελφό του, τον Ιωάννη . Στο ταξίδι του πήρε μαζί του και την έγκυο γυναίκα του. Τα οθωμανικά πλοία θα εντοπίσουν το πλοίο στο οποίο επέβαινε και θα τον καταδιώξουν.Θα βρει καταφύγιο στη Λήμνο. Κατά τήν διάρκεια της πολιορκίας, από τούς Τούρκους, του Παλαιοκάστρου της Λήμνου, η Ιταλίδα πριγκίπισσα, η οποία κυοφορούσε τό παιδί του Κωνσταντίνου, πέθανε σύμφωνα μέ τόν Schlumberger από τόν τρόμο της. Ατυχος λοιπόν ο Κωνσταντίνος σε όλες τίς φάσεις της ζωής του…

Μετά το θάνατο της δεύτερης συζύγου θα ανέβει και πάλι στην Πόλη. Ο αυτοκράτορας θα του αναθέσει τη διοίκηση της Σηλυβρίας, της μόνης ελεύθερης θρακικής πόλης, ενώ θα συγχωρέσει και τον Δημήτριο για τη στάση του, παραχωρώντας του τα νησιά του Βορείου Αιγαίου. Ο αδερφός του Θεόδωρος ενοχλείται, συνειδητοποιώντας ότι ο Ιωάννης προετοιμάζει για διάδοχό του τον Κωνσταντίνο. Η σχέση τους αποκαθίσταται κάπως, όταν ο Κωνσταντίνος δέχεται να ανταλλάξει τις κτήσεις που είχε στη Θράκη με το Δεσποτάτο του Μυστρά.

Δεύτερη παρουσία στο Μυστρά

Το 1443 επιστρέφει στην Πελοπόννησο. Η αναδιοργάνωση της διοίκησης --στρατιωτικής και πολιτικής-- και η άμυνα της Πελοποννήσου ήταν από τα πρώτα μελήματά του Δεσπότη Κωνσταντίνου. Έχτισε τείχη (Εξαμίλι), ανασυγκρότησε το στρατό, και προσπάθησε να φτιάξει μια ενιαία διοίκηση. Ο νέος δεσπότης του Μυστρά, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, τοποθέτησε τον αδελφό του, τον Θωμά, δεσπότη στη Γλαρέντζα για να φυλά τη δυτική ακτή και άρχισε να προετοιμάζει τη μεγάλη του εκστρατεία για την απελευθέρωση Ρούμελης και Θεσσαλίας -- το βασίλειό του σύντομα εκτεινόταν ως την Πίνδο. Ο στρατός του Μοριά, υπό τον Κωνσταντίνο, απελευθέρωσε την Πελοπόννησο από τους Φράγκους της Αχαΐας, που είχαν εγκατασταθεί εκεί από την εποχή των Σταυροφοριών.

Οι τελευταίες νίκες στην ιστορία του Βυζαντίου ήταν δικές του -- ο «Δράκος» μαζί με τον αδελφό του, τον Θωμά, απελευθέρωσαν Ρούμελη και Θεσσαλία.αλλά δεν κατόρθωσε να σταματήσει τις δυνάμεις του Μουράτ Β΄ και το βαρύ του πυροβολικό, που έριξε τα τείχη. Έγινε φόρου υποτελής στον Μουράτ, που είχε σπείρει το θάνατο στην Πελοπόννησο -- οι τουρκικές δυνάμεις είχαν κατασφάξει τον άμαχο πληθυσμό, ανοίγοντας το δρόμο τους για την Αχαΐα και δίνοντας τέλος στα όποια όνειρα του Κωνσταντίνου για αντεπίθεση. Ωστόσο, ο αγώνας του κι η προσωπικότητά του τον έκαναν αγαπητό σε όλο τον ελληνικό κόσμο, καταδεικνύοντας τις μεγάλες του ικανότητες.

Ο Θεόδωρος, ο αδερφός του Κων/νου, ήθελε να είναι κοντά στην Κωνσταντινούπολη για να καταλάβει το θρόνο μόλις πέθαινε ο Ιωάννης, αλλά τον πρόλαβε η πανώλη. Πέθανε στη Θράκη, το καλοκαίρι του 1448, τρεις μήνες πριν από τον Αυτοκράτορα.

Η εκλογή, η στέψη και ο ερχομός του στην Πόλη

Τον Γενάρη του 1449 μετά τον θάνατο τού Ιωάννη Η΄, ο Κωνσταντίνος στέφεται αυτοκράτορας στον Μυστρά και ανεβαίνει για μια ακόμα φορά στην Κωνσταντινούπολη με πολλές ελπίδες και μεγάλη αγωνία για το μέλλον της αυτοκρατορίας. Εξελέγη αυτός παρά το ότι βρισκόταν μακριά από την Πόλη και παρά τις προσπάθειες του Δημήτριου να εκμεταλλευτεί αυτός την περίσταση και να ανέλθει στο θρόνο. Ο άλλος αδερφός που ηγεμόνευε κι αυτός στο Μοριά, απείχε της διαδικασίας. Με τις ενέργειες όμως της βασιλομήτορος Ελένης, του Λουκά Νοταρά και του Γεωργίου Φραντζή προκρίνεται ο Κωνσταντίνος, παρ΄ ότι απών από την έδρα της αυτοκρατορίας.

Αντιπροσωπεία συγκλητικών ξεκινούν για το Μυστρά, ο Φραντζής ως πρεσβευτής αναγγέλλει την εκλογη στο σουλτάνο. Ο τελευταίος των αυτοκρατόρων είχε τότε ηλικία 45 ετών <<έχων ψυχήν υψηλόφρονα και ευσεβήν>> σύμφωνα με μαρτυρίες συγχρόνων του.
Η στέψη θα γίνει στη μητρόπολη του Μυστρά, την ημέρα των Θεοφανείων την 6η του Μάρτη του 1449. Η επιλογή αυτή συμβολίζει την κρισιμότητα των στιγμών. Η τελετή, παρά τα μεγαλοπρεπή ορθόδοξα κα βυζαντινά αυτοκρατορικά τυπικά, θα είναι λιτή. Ο νέος αυτοκράτορας ντυμένος στα λευκά, τα πένθιμα δηλαδή λόγω του πρόσφατου θανάτου του αδελφού του, θα φορέσει για πρώτη φορά τα τσαγγία, τα ερυθρόμορφα αυτοκρατορικά σανδάλια με τους χρυσούς αυτοκρατορικούς αετούς.

O τελευταίος αυτοκράτορας της Ελληνικής Αυτοκρατορίας παρελήφθη υπό καταλανικών πλοίων, δυστυχώς το βυζαντινό ναυτικό ήταν ανύπαρκτο, και εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Μαρτίου 1449, εν μέσω επευφημιών από το πλήθος των χριστιανών κατοίκων που εναπόθετε πάνω του όλες τις ελπίδες για το μέλλον. Ο Κων/νος με λιτή και απέριττη ενδυμασία, θα κατευθυνθεί με πομπή στην Αγιά Σοφία, ενώ το πλήθος θα τον ραίνει και θα τον επευφημεί αναφωνώντας: ''Βασιλεί τω Κωνσταντίνω πολλά τα έτη!''

Από την άλλοτε Βασιλεύουσα του μισού εκατομμυρίου πληθυσμού είχαν μείνει καμιά πενηνταριά χιλιάδες φτωχός κόσμος που ουσιαστικά δεν είχε που αλλού να πάει.
Η Πόλη ήταν στραγγαλισμένη στρατιωτικά από τους Τούρκους και εμπορικά από Γενοβέζους και Βενετσιάνους. Τό Ελληνικό κράτος τό αποτελούσε τότε μόνο η Βασιλεύουσα, η πόλη της Σηλυβρίας, η Πέρινθος, η Μεσημβρία, οι Επιβάτες καί η Αγχίαλος στην Θράκη, μερικά νησιά του Αιγαίου και η Πελοπόννησος, την οποία την μοιράζονταν οι δεσπότες Δημήτριος και Θωμάς πού σπαταλούσαν τον καιρό τους φιλονικώντας ο ένας με τον άλλον.

Οι προσπάθειες για νέο γάμο και διάδοχο

Ο προξενητής και ακούραστος Φραντζής, αφού απέκλεισε τις πριγκίπισσες της Δύσης, για ανθενωτικούς λόγους, άρχισε διαπραγματεύσεις με γειτονικές βασιλικές οικογένειες που είχαν κόρη της παντρειάς. Πήρε λοιπόν σβάρνα το επιτελείο του και αλώνισε την Ανατολή.
Το 1450 κατέληξε σε δυο λύσεις-νύφες, την κόρη του βασιλέως της Ιβηρίας (σημερινής Γεωργίας) και στην θυγατέρα του -έτσι και αλλιώς- βυζαντινού αυτοκράτορα της Τραπεζούντας. Αμφότερες είχαν μεγάλη προίκα. Μάλιστα, ο Φραντζής ήταν εκείνος που πρότεινε, πολιτικά σκεπτόμενος πάντα, στον Αυτοκράτορα, να παντρευτεί και πάλι --μετά το θάνατο του Μουράτ, το 1451-- τη χήρα του σουλτάνου, τη χριστιανή πριγκίπισσα Μάρα της Σερβίας, που ασκούσε επιρροή στο νέο σουλτάνο, τον Μεχμέτ Β΄. Η σουλτάνα, ωστόσο, αρνήθηκε την πρόταση. Είχε υποσχεθεί, αν γλίτωνε ποτέ από το χαρέμι, να αποσυρθεί από τα εγκόσμια. Η επόμενη επίλεκτη νύφη ήταν η κόρη του βασιλιά της Γεωργίας, Γεώργιου, μια ορθόδοξη νύφη που θα ηρεμούσε κάπως τους ανθενωτικούς. Τα προξενιά έφυγαν για τη Γεωργία, αλλά πριν εκείνη ξεκινήσει για την Πόλη, ο Κωνσταντίνος δεν ζούσε πια...
 http://www.greekmoney.gr/wp-content/uploads/2016/05/palaiologos-600x330.jpg

Η πολιορκία, η Άλωση και ο θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Ο Κωνσταντίνος ζήτησε τη βοήθεια του πάπα Νικολάου του Ε’, που έβαλε όρο την ένωση των Εκκλησιών. Ο αυτοκράτορας ήταν διατεθειμένος να υποχωρήσει, αλλά είχε να αντιμετωπίσει την αντίδραση του λαού και του κλήρου, και τελικά έπεισε τον πάπα να στείλει ικανούς και πειστικούς ιερείς για να τον βοηθήσουν να πραγματοποιήσει την ένωση. Τον Νοέμβριο του 1452 έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη ο καρδινάλιος Ισίδωρος και ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, με 200 πολεμιστές, και στις 12 Δεκεμβρίου ο καρδινάλιος λειτούργησε στην Αγία Σοφία. Ακολούθως κηρύχθηκε η ένωση που είχε ψηφιστεί στη Σύνοδο της Φλωρεντίας- αλλά ο λαός και η ανθενωτική/ αντιλατινική παράταξη αντέδρασαν έντονα, καθιστώντας την πρακτικά κενό γράμμα. Γενικά, φαίνεται ότι υπήρχε μία εντύπωση στην Κωνσταντινούπολη πως δεν υπήρχε φόβος άμεσου κινδύνου, σε μεγάλο βαθμό λόγω του μίσους προς τους Λατίνους- αξίζει να σημειωθεί ότι οι ορθόδοξοι Έλληνες που ζούσαν στην επικράτεια του σουλτάνου ήταν μεν «άπιστοι», ώστε να πληρώνουν κεφαλικό φόρο, και να κινδυνεύουν να δουν τα παιδιά τους θύματα παιδομαζώματος, αλλά οι αρχές του οθωμανικού κράτους φαίνονταν να είναι πιο ανεκτικές από τις αντίστοιχες που επέβαλλε η καθολική Δύση- πολλοί νόμοι ήταν απλά «προσαρμοσμένοι» βυζαντινοί. Χαρακτηριστικό είναι το «κρειττότερον έστιν ειδένει εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων, ή καλύπτραν λατινικήν» του Λουκά Νοταρά.
Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος ήξερε ότι η ώρα της κρίσιμης σύγκρουσης πλησίαζε, και οργάνωνε την άμυνα της Πόλης. Υπό την προσωπική του επίβλεψη έγιναν επισκευές των τειχών, βαθιά εκσκαφή της τάφρου και συγκέντρωση τροφίμων, ενώ για να καλυφθούν οι οικονομικές ανάγκες πολύτιμα σκεύη και κειμήλια των εκκλησιών μεταφέρθηκαν στο αυτοκρατορικό νομισματοκοπείο για να κοπεί νόμισμα με το οποίο αγοράστηκαν όπλα για πληρώθηκαν οι στρατιώτες. Εν τέλει, οργανώθηκαν και εστάλησαν νέες πρεσβείες σε διάφορους χριστιανούς ηγεμόνες. Σημειώνεται ότι στις 26 Ιανουαρίου κατέφθασαν στην Κωνσταντινούπολη δύο γενουατικά πλοία, με 700 πολεμιστές και αρχηγό τον εμπειροπόλεμο στρατιώτη Ιωάννη Ιουστινιάνη (Giustiniani-Longo), στον οποίο ο Παλαιολόγος απένειμε τον τίτλο του πρωτοστράτορος, παραχωρώντας του επίσης για ανταμοιβή το νησί της Λήμνου.
Η πολιορκία άρχισε στις 6 Απριλίου, μετά την απόρριψη πρότασης παράδοσης, και κηρύχθηκε επίσημα στις 7 Απριλίου, με τον οθωμανικό στόλο να καταφτάνει στις 12 του μήνα.
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος εκτιμάται πως είχε περίπου 7.000, το πολύ 9.000 πολεμιστές για να υπερασπιστεί την Πόλη, απέναντι σε μια δύναμη τουλάχιστον 150.000 ανδρών, με επίλεκτα στρατεύματα (γενίτσαροι) και ισχυρό πυροβολικό. Ο αυτοκράτορας είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του στον ναό του Αγίου Ρωμανού, κοντά στην ομώνυμη πύλη, έχοντας υπό τις διαταγές του 3.000 εκ των πλέον εμπειροπόλεμων στρατιωτών. Η άμυνα στην αρχή διεξαγόταν με επιτυχία, με τον Κωνσταντίνο να διαδραματίζει ενεργό ρόλο- ωστόσο το σφίξιμο του κλοιού, μετά το πέρασμα τουρκικών πολεμικών στον Κεράτιο, αποτέλεσε πλήγμα στο ηθικό των υπερασπιστών- οι οποίοι όμως συνέχισαν την αντίσταση, απωθώντας τις τουρκικές επιθέσεις, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να κυκλοφορούν φήμες στην πλευρά των Οθωμανών ότι έρχεται βοήθεια από τη Δύση.
Στις 21 Μαΐου ο Μωάμεθ έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, ζητώντας την παράδοσή της, με την υπόσχεση ότι θα επέτρεπε στον βασιλιά και σε όσους άλλους ήθελαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Στον Κωνσταντίνο συγκεκριμένα υποσχόταν ότι θα τον αναγνώριζε ηγεμόνα της Πελοποννήσου και θα παραχωρούσε άλλες περιοχές στους αδελφούς του, που θα διοικούσαν το δεσποτάτο. Επίσης, έδινε διαβεβαίωση ότι ο πληθυσμός δεν θα εξανδραποδιζόταν. Ο Κωνσταντίνος απάντησε πως δεχόταν να πληρώσει φόρους υποτελείας και να μείνουν στα χέρια των Τούρκων τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν κατακτήσει. Αλλά για την Πόλη, η απάντησή του ήταν αντίστοιχη του «μολών λαβέ».
Ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθούσε η τελική επίθεση, με τους Οθωμανούς να αρχίζουν σφοδρό βομβαρδισμό στις 27 Μαΐου και να μεταφέρουν σκάλες και προκαλύμματα κοντά στο τείχος στις 28 – ημέρα κατά την οποία έγινε η τελευταία χριστιανική λειτουργία στην Αγία Σοφία, με τον αυτοκράτορα να προσφωνεί τους άνδρες του, καλώντας τους να υπερασπιστούν την πίστη τους, την πατρίδα, τις οικογένειες και τον βασιλιά τους με τη ζωή τους και εμψυχώνοντας τους Γενουάτες και Ενετούς πολεμιστές.
Η τουρκική επίθεση άρχισε τα ξημερώματα της Τρίτης, 29 Μαΐου 1453. Ο Κωνσταντίνος συμμετείχε στη σκληρή μάχη σώμα με σώμα, που έγινε σε τρία κύματα, με την τρίτη να είναι και η πιο σφοδρή και τον Ιουστινιάνη να τραυματίζεται και να αποχωρεί, προκαλώντας σύγχυση. Οι υπερασπιστές είχαν εξαντληθεί, και οι Τούρκοι άρχισαν να μπαίνουν στην Πόλη. Στο αποκορύφωμα της σύγκρουσης ακούστηκε το «εάλω η Πόλις», με αποτέλεσμα να σπάσει οριστικά το ηθικό των υπερασπιστών, ενώ παράλληλα οθωμανική δύναμη καταλάμβανε πύργο στα τείχη.
Όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς, κάποιος από την ακολουθία του αυτοκράτορα του είπε πως ίσως να υπήρχε χρόνος να φτάσει στο λιμάνι και να διαφύγει. Η απάντησή του ήταν «μη δώσει ο Θεός να ζήσω, αυτοκράτορας εγώ, χωρίς αυτοκρατορία. Αφού πέφτει η πόλη μου, θα πέσω κι εγώ μαζί της», ενώ, στρεφόμενος προς την ακολουθία του, είπε τα εξής: «όποιος θέλει να φύγει, ας σώσει τον εαυτό του, αν μπορεί κι όποιος είναι έτοιμος να αντικρίσει τον θάνατο, ας με ακολουθήσει!».
Γύρω στους 200 Έλληνες και Ιταλοί εθελοντές και ευγενείς ακολούθησαν τον αυτοκράτορα- μεταξύ αυτών ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο δον Φρανσίσκο του Τολέδο, ο Ιβάν ο Δαλματός και ο Δημήτριος Καντακουζηνός.
Και έτσι τελείωσε η ζωή του τελευταίου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης: Πολεμώντας μεταξύ των ανδρών του, ως ανώνυμος, απλός στρατιώτης, «κείμενος μεταξύ μυρίων άλλων νεκρών, διότι, καίτοι φορών τα ερυθρά πέδιλα, εν οις ήσαν κεντημένοι χρυσοί άετοί, δεν παρετηρήθη τις ήτο υπό των ανθρώπων εκείνων, οίτινες έσπευδον εις τα ενδότερα της πόλεως επί αρπαγή και λεία».
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν νεκρός- και μαζί του η Βυζαντινή Αυτοκρατορία.


 Μύθοι, θρύλοι και δοξασίες για την Πόλη και τον Παλαιολόγο

Λόγω του ότι ο θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δεν έγινε με καμία επισημότητα, αλλά αντίθετα σκοτώθηκε σαν κοινός στρατιώτης, το λαϊκό αίσθημα δεν το έκανε ποτέ αποδεκτό. Αντίθετα δημιουργήθηκαν μύθοι και θρύλοι οι οποίοι μιλούν για εσωτερική προδοσία, αλλά και για «ανάληψη στους ουρανούς» του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Ο θρύλος της Κερκόπορτας

Στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στο Παλάτι του Κωνσταντίνου Ζ' Πορφυρογέννητου υπήρχε μια μικρή πόρτα. Η μισή ήταν κάτω από το επίπεδο του εδάφους και λεγόταν Κερκόπορτα ή πύλη του κίρκου, επειδή οδηγούσε σε ένα ιπποδρόμιο (circus) έξω από τα τείχη. Κατά την παράδοση, από αυτήν εισήλθαν πιθανόν από εσωτερική προδοσία στην Πόλη οι γενίτσαροι κατά τη μεγάλη έφοδο στις 29 Μαΐου 1453, διασπώντας έτσι την άμυνα των πολιορκούμενων και προκαλώντας την Αλωση της Κωνσταντινούπολης, αναφέρει το wikipedia.

Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς

Η λαϊκή παράδοση αρνήθηκε να πιστέψει τον θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας αποτέλεσε σημείο αντίστασης για πολλά χρόνια στη μεταβυζαντινή περίοδο από τον υποδουλωμένο ελληνικό λαό, ο οποίος «γέννησε» και τον θρύλο του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά». Σύμφωνα με τον θρύλο λοιπόν, όταν μπήκαν οι Τούρκοι στην Πόλη, «άγγελος Κυρίου» άρπαξε το βασιλιά και τον πήγε σε μια σπηλιά βαθιά στη γη κάτω, κοντά στη Χρυσόπορτα. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς και καρτερεί να κατεβεί ο άγγελος στη σπηλιά, να τον ξεμαρμαρώσει. Και θα σηκωθεί πάλι ο βασιλιάς και θα μπει στην Πόλη και θα διώξει τους Τούρκους ως την Κόκκινη Μηλιά.

Ο παπάς της Αγια-Σοφιάς

Στους θρύλους για την Αλωση της Πόλης, σημαντικό ρόλο παίζει και η Εκκλησία, η οποία ήταν -τουλάχιστον- η δεύτερη μεγαλύτερη Αρχή στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μετά τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Σύμφωνα λοιπόν με εκκλησιαστικές δοξασίες, την ώρα που μπήκαν οι Τούρκοι στην Αγια-Σοφιά δεν είχε τελειώσει ακόμα η λειτουργία. Ο παπάς που έκανε τη λειτουργία πήρε αμέσως το Αγιο Δισκοπότηρο και μπήκε σε μια πόρτα η οποία σφραγίστηκε αμέσως. Οπως αναφέρεται στις παραδόσεις, είναι θέλημα Θεού να ανοίξει μόνη της η πόρτα όταν επιστρέψει η Κωνσταντινούπολη στους Βυζαντινούς και να βγει από εκεί ο παπάς, να τελειώσει τη λειτουργία.

Τα μισοτηγανισμένα ψάρια

Την ημέρα που έπεσε η Πόλη ένας γέροντας τηγάνιζε ψάρια, και όταν του είπαν «Εάλω η Πόλις», είπε πως για να πιστέψει πως έπεσε η Πόλη, έπρεπε να βγουν τα ψάρια από το τηγάνι. Και σύμφωνα με τις δοξασίες έτσι έγινε, με τον γέροντα μάλιστα να «προφητεύει» πως όταν φύγουν οι Οθωμανοί από την Κωνσταντινούπολη, θα ολοκληρωθεί το τηγάνισμα των ψαριών που είναι τηγανισμένα μόνο από την μία τους πλευρά.
http://rethemnosnews.gr/wp-content/uploads/2012/05/constantine_xi_palaiologos.jpg