Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Τι είναι η Ρωμηοσύνη, Φώτη Κόντογλου [κείμενο]


....Το Βυζάντιο στάθηκε αληθινά «σημείον αντιλεγόμενον» μέσα στην ιστορία, ένα πράγμα που βρίσκεται έξω από τον τύπο που έχουν τα συστήματα της ανθρώπινης κοινωνίας.
Το Βυζάντιο γι' άλλους ήτανε πολύ σπουδαίο, όχι μονάχα στη θρησκευτική ζωή, αλλά και στην κοσμική, ένας παραμυθένιος κόσμος, ενώ γι' άλλους πάλι ήτανε η παραμόρφωση του αρχαίου κόσμου. Αυτοί όμως που το θεωρήσανε σαν παρακμή της αρχαιότητας, το κρίνανε με κάποια μέτρα που είναι αταίριαστα με αυτό που κρίνανε.
Το Βυζάντιο ήτανε ένα φαινόμενο στο έπακρο ιδιόρρυθμο.
..........................................................................................................................................
Οι άνθρωποι που ζούσανε στο Βυζάντιο, μ' όλο που πολλοί απ' αυτούς βαστούσανε από το ίδιο το αρχαίο ελληνικό αίμα κ' είχανε την ελληνική παιδεία, ήτανε όμως ολότελα άλλοι, «άνθρωποι καινοί», «λαλούντες γλώσσαις καινές».
..........................................................................................................................................
Ενώ η αρχαία τέχνη ήτανε βασισμένη απάνω στο μέτρο και στις αναλογίες, η τέχνη των Βυζαντινών δεν γνώριζε τέτοιο μέτρο, γιατί ζητούσε να βρει έκφραση για πράγματα που δεν χωρούνε στα τυπικά μέτρα, όπου περιορίζεται η απόδοση του φυσικού κόσμου, ας είναι κ' η πιο παθητική κ' ενθουσιώδης.
Λοιπόν το Βυζάντιο είναι ένα μεγάλο πράγμα. Είναι ο καιρός και ο τόπος που ζούσανε οι άνθρωποι με τον πόθο του υπερφυσικού, της αιωνιότητας. Γι' αυτό έχει αυτή την παράξενη και μυστηριώδη ιδιορρυθμία, που δεν τη θέλουνε οι άνθρωποι που οι πόθοι τους δεν βγαίνουνε έξω από το μέτρο κι από τον ορθό λόγο, δηλαδή που είναι κολλημένοι στην κοινοτοπία των υλικών συγκινήσεων.
Οι Βυζαντινοί πιστεύανε στα μυστήρια και στην αλήθεια που αποκάλυψε ο Χριστός, ήγουν στον θαυμαστό κόσμο που βρίσκεται πέρα από ότι πιάνουνε οι αισθήσεις και το μυαλό, ενώ ο αρχαίος σταματούσε ως εκεί. Ο Σωκράτης έκανε ένα πράγμα τη λογική του με τον Θεό, και δεν πίστευε διόλου σε ό,τι δεν παραδεχότανε το μυαλό του, δηλαδή στο θαύμα.
..........................................................................................................................................
Η αρχαιότητα είναι η βασιλεία του λογικού, ενώ το Βυζάντιο η βασιλεία της πίστεως, της πνευματικής μέθης και της αθανασίας.
..........................................................................................................................................
Όπως ο Σωκράτης δεν ένιωθε τα αντιλογικά μυστήρια που κήρυττε ο Παύλος, μ' όλον ότι έλεγε πως πιστεύει στον ένα Θεό, άλλο τόσο κι ο Πραξιτέλης κι ο Απελλής δεν θα ένοιωθαν μια βυζαντινή εικόνα, γιατί δεν είναι φτιαγμένη απάνω στον υλικό κανόνα.
..........................................................................................................................................
Ο χριστιανισμός ελέπτυνε τον «διονυσιακόν και απολλώνειον» άνθρωπον, τον έστρεψε προς το βάθος του εαυτού του, του έδωσε «πνευματικόν οφθαλμόν και πνευματικό ούς», για να ερευνά τις αβύσσους του πνεύματος και ν' ακροάζεται τα «θεία απήχηματα»............Το Βυζάντιο πρωτάνοιξε την «πύλην την κεκλεισμένην» και μπόρεσε κ' είδε ο άνθρωπος εκείνα τα θαυμάσια, που είπε ο Χριστός πως δεν μπορέσανε να τα δούνε οι σοφοί κ' οι συνετοί της αρχαιότητας.
..........................................................................................................................................
Πολλοί αρχαίοι μιλήσανε για την ματαιότητα του κόσμου, αλλά κανένας δεν την πίστεψε αληθινά, ώστε να την αφήσει, εκτός από τον Διογένη, που κι αυτός καμώθηκε ψεύτικα πως τη σιχάθηκε, μόνο και μόνο για να θρέψει τη ματαιοδοξία του. Κι έγινε «κύων», δηλαδή χειρότερος απ' ό,τι ήτανε.
..........................................................................................................................................
Γι' αυτό ο απόστολος Παύλος έλεγε πως οι εθνικοί, οι ειδωλολάτρες, ήτανε «οι μη έχοντες ελπίδα». Ενώ στο Βυζάντιο ο βασιλιάς κατέβαινε από τον θρόνο και πήγαινε στην έρημο ντυμένος παλιόρασα από γιδότριχα και χαιρότανε γιατί «ηλευθερώθη από της δουλείας της φθοράς».
..........................................................................................................................................
Όλα αυτά τα «καινά και αλλόκοτα» γινήκανε γιατί η πίστη μετατόπισε τον άνθρωπο και τους πόθους του από εκεί που βρισκότανε πριν να φανερωθεί το Ευαγγέλιο.
..........................................................................................................................................
Η Κωνσταντινούπολη ήτανε η κιβωτός της ορθοδοξίας, δηλαδή της αληθινής πίστης του Χριστού, κι οι στρατιώτες που την φυλάγανε ήτανε «θεηγόροι οπλίται παράταξεως Κυρίου». Πολλοί βασιλιάδες της θεολογούσανε και συνθέτανε ύμνους και τροπάρια, και κάμποσοι απ' αυτούς καλογερέψανε, και πεθάνανε εν μετανοία στα μοναστήρια. Το ίδιο κάνανε και πολλοί στρατηγοί, και πλήθος αμέτρητο στρατιώτες γινόντανε καλόγεροι κι ασκητάδες, και κρεμάζανε το σπαθί και το κοντάρι τους στο κελλί τους, σαν άρματα αγιασμένα που διαφεντέψανε την πίστη του Χριστού.
..........................................................................................................................................
Το παράδοξο είναι πως οι Βυζαντινοί θεωρούσανε πιο επικίνδυνους για τη θρησκεία τους, τους Φράγκους που ήτανε χριστιανοί, παρά τους Τούρκους, που ήτανε αλλόθρησκοι.............. Όλοι οι υπήκοοι του πάπα ερχόντανε στην Ανατολή ντυμένοι με προβατοπροβιά, ενώ ήτανε από μέσα λύκοι.
..........................................................................................................................................
Η Ρωμηοσύνη βγήκε από το Βυζάντιο ή, για να πούμε καλύτερα, το Βυζάντιο στα τελευταία χρόνια του στάθηκε η ίδια η Ρωμηοσύνη.
Ακόμα από τον καιρό του Φωκά φανερώνουνται καθαρά τα χαρακτηριστικά της, και στα χρόνια των Παλαιολόγων, που ψυχομαχά το βασίλειο, αντρειώνεται η βασανισμένη Ρωμηοσύνη, η καινούργια Ελλάδα. Μεγάλωσε μέσα στην αγωνία η χριστιανική Ελλάδα, γιατί ο πόνος είναι η καινούργια σφραγίδα του Χριστού. Η Ρωμηοσύνη είναι η πονεμένη Ελλάδα. Η αρχαία Ελλάδα μπορεί να ‘τανε δοξασμένη κι αντρειωμένη, αλλά η καινούργια, η χριστιανική, είναι πιο βαθειά, επειδής ο πόνος είναι ένα πράγμα πιο βαθύ κι από τη δόξα κι από τη χαρά κι από κάθε τί. Οι λαοί που ζούνε με πόνο και με πίστη τυπώνουνε πιο βαθιά τον χαραχτήρα τους στο σκληρό βράχο της ζωής, και σφραγίζουνται με μιά σφραγίδα που δεν σβήνει από τις συμφορές κι από τις αβάσταχτες καταδρομές, αλλά γίνεται πιο άσβηστη. Με μιά τέτοια σφραγίδα είναι σφραγισμένη η Ρωμηοσύνη.
Τα έθνη που ξαγοράζουνε κάθε ώρα της ζωής τους με αίμα και μ' αγωνία, πλουτίζονται με πνευματικές χάρες που δεν τις γνωρίζουνε οι καλοπερασμένοι λαοί. Αυτοί απομένουνε φτωχοί από πνευματικούς θησαυρούς κι από ανθρωπιά, γιατί η καλοπέραση κάνει χοντροειδή τον μέσα άνθρωπο. Ενώ ο πόνος κατεργάζεται τους λαούς και τους καθαρίζει, όπως καθαρίζεται το χρυσάφι με φωτιά μέσα στο χωνευτήρι. Για τούτο η δυστυχισμένη Ρωμηοσύνη στολίστηκε με κάποια αμάραντα άνθη, που δεν τ' αξιωθήκανε οι μεγάλοι κ' οι τρανοί λαοί της γής.
Ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης από την Κύπρο, στο εξαίσιο ποίημα που έγραψε για το μαρτύριο του εθνάρχου Κυπριανού κατά την επαναστάση του Εικοσιένα, βάζει στο στόμα του Κυπριανού τούτα τα λόγια, που λέγει στον Τούρκο πασά που τον δίκασε:
Η Ρωμηοσύνη είν' φυλή συνόκαιρη του κόσμου.
Κανένας δεν ευρέθηκε για να την εξαλείψει,
κανένας, γιατί σκέπει την ‘πο τάψη ο Θεός μου.
Η Ρωμηοσύνη θα χαθή όντας ο κόσμος λείψει.
Ποιος μέγας ποιητής από τα ευτυχισμένα και καλοπερασμένα έθνη που εξουσιάζουνε τον κόσμο μίλησε με τέτοια λόγια για τη φυλή του, όπως τούτος ο φτωχός κι ασήμαντος Ρωμιός;
..........................................................................................................................................
Μέσα στη βάρβαρη ανθρωπότητα, το Βυζάντιο ήτανε η κιβωτός η σφραγισμένη, που φύλαγε μέσα της κάθε πνευματικό θησαυρό, αποχτημένον με τον πόνο και με την πίστη. Σαν χάλασε αυτή η κιβωτός, και σκορπιστήκανε οι θησαυροί της, ο κόσμος θράφηκε πνευματικά από τα ψίχουλα που μαζέψανε κάποιοι Έλληνες και τα πήγανε στα δυτικά έθνη.
Ωστόσο, μ' όλο που κόπηκε το μεγάλο εκείνο δέντρο της Ρωμηοσύνης, η φύτρα σώθηκε και πέταξε καινούργιους βλαστούς, που λουλουδίσανε, κι ας πλάκωνε τον ραγιά η φοβέρα του θανάτου.

Πηγή υλικού: Ο Κόντογλου για την Ρωμηοσύνη, Αποσπάσματα από την ‘Πονεμένη Ρωμηοσύνη' του Φώτη Κόντογλου, έκδοση γ', 1976, εκδόσεις ‘Αστήρ'
Επιλογή υλικού: Αικατερίνη Διαμαντοπούλου

Βυζάντιο, Αναγέννηση, Τουρκοκρατία


1.1. Η ενδογλωσσική μετάφραση στο Βυζάντιο

Στο Βυζάντιο ο αττικισμός των λογίων δεν ευνόησε τη μετάφραση κειμένων της αρχαίας γραμματείας στην τρέχουσα γλώσσα της εποχής. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις συνέβη το εντελώς αντίθετο: κείμενα γραμμένα σε κοινή λαϊκή γλώσσα μεταφέρθηκαν σε λόγια. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Νόννου (5ος αι.) που μετέφερε το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο σε ομηρική γλώσσα και του Συμεώνος (10ος αι.), που πήρε την προσωνυμία "μεταφραστής", διότι καλλώπισε γλωσσικά βίους αγίων, μαρτύρια και συναξάρια γραμμένα σε κοινή γλώσσα.[1]
Η διδασκαλία ωστόσο αρχαιοελληνικών κειμένων στα σχολεία του Βυζαντίου υπήρξε η αιτία να χρησιμοποιηθεί το ερμηνευτικό υλικό που είχε τεθεί σε κυκλοφορία από την αρχαιότητα, αλλά και να παραχθούν πολλές "παραφράσεις" και ποικίλα ερμηνευτικά βοηθήματα για την κατανόηση του Ομήρου και άλλων, ποιητικών κυρίως, κειμένων. Στη σχολική ερμηνευτική δραστηριότητα των Βυζαντινών ανήκει η "ψυχαγωγία" των κειμένων, η συσσώρευση δηλαδή πολλών συνώνυμων λέξεων επάνω σε κάθε λέξη του αρχαίου κειμένου, οι "επιμερισμοί" και τα "σχέδη". Στους τελευταίους κυρίως βυζαντινούς αιώνες οι λόγιοι της εποχής των Παλαιολόγων (Μάξιμος Πλανούδης, Μανουήλ Μοσχόπουλος, Δημήτριος Τρικλίνιος, Θεόδωρος Μετοχίτης) επέδειξαν πλούσια φιλολογική δραστηριότητα· μεταξύ άλλων ασχολήθηκαν με τη σύγκριση χειρογράφων, τη διόρθωση και τον σχολιασμό αρχαίων κειμένων και την παράφρασή τους σε απλούστερη γλώσσα.

1.2. Η ενδογλωσσική μετάφραση στην Αναγέννηση

Στη νεότερη ελληνική ιστορία η μετάφραση των αρχαιοελληνικών κειμένων παρακολουθεί την πνευματική πορεία του Ελληνισμού. Γόνιμη μεταφραστικά υπήρξε η εποχή της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης. Σε μια πρώτη φάση της εποχής αυτής οι βυζαντινοί λόγιοι, που λίγο πριν ή αμέσως μετά την Άλωση κατέφυγαν πρόσφυγες στην Ιταλία, συνέβαλαν με τη διδασκαλία και με άλλες δραστηριότητές τους στην άνθηση των κλασικών σπουδών, στην έκδοση αρχαιοελληνικών κειμένων και στη μετάφρασή τους στα λατινικά και έπειτα στα ιταλικά. Την προσπάθειά τους συνέχισαν Ιταλοί μαθητές τους. Στην ομάδα αυτή ανήκουν ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, ο Ιανός Λάσκαρις, ο Μάρκος Μουσούρος, κ.ά.
Στους επόμενους χρόνους, στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα, άλλοι Έλληνες λόγιοι από τα Επτάνησα, μετανάστες στη Βενετία, ακολουθώντας το παράδειγμα των ευρωπαίων συναδέλφων τους, οι οποίοι είχαν επιδοθεί στη μετάφραση κειμένων της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας στις νέες εθνικές γλώσσες,[2] άρχισαν, με την παρακίνηση κάποιων εκδοτών, να μεταφράζουν στην κοινή γλώσσα της εποχής κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Χρονικά προηγήθηκε η μετάφραση της Ιλιάδας από τον Ν. Λουκάνη (1526), ακολούθησε της Βατραχομυομαχίας από τον Ζήνο (1539), των Μύθων του Αισώπου από τον Ανδρόνικο Νούκιο (1543). Ένα χρόνο αργότερα (1544) ο Νικόλαος Σοφιανός μετέφρασε το έργο: Περί παίδων αγωγής του Πλουτάρχου, δίνοντας έτσι την πρώτη μετάφραση αρχαιόγλωσσου πεζού κειμένου στην κοινή γλώσσα της εποχής, την οποία ο ίδιος κωδικοποίησε, και έδωσε τη Γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης, την πρώτη γραμματική της Νέας Ελληνικής. Στο έργο του Νικολάου Σοφιανού εμφανίζονται, συστηματικά οργανωμένοι, οι χαρακτήρες της ιστορικού τύπου προβολής και υποδοχής της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας.

Η βυζαντινή μουσική ως θεραπαινίδα της ορθόδοξης θεολογίας, της θρησκευτικής ποίησης και ποιμαντικό μέσο ψυχαγωγίας και ψυχοθεραπείας Της Δέσποινας Κωνσταντίνου





 Ο όρος «βυζαντινή μουσική» (1) χρησιμοποιήθηκε από ξένους μουσικολόγους, εδώ και περισσότερο από ένα αιώνα, για να δηλώσει τη μουσική της ορθόδοξης λατρείας. Στην ευρεία του όμως έννοια, δηλώνει τη συνολική μουσική παραγωγή της χιλιόχρονης βυζαντινής αυτοκρατορίας, κοσμική και βεβαίως, θρησκευτική (2).
 Η βυζαντινή μουσική επιβιώνει σήμερα στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, στους αραβόφωνους χριστιανικούς πληθυσμούς της Συρίας και της Παλαιστίνης, στην εκκλησιαστική μουσική των Σλάβων (με εμφανείς όμως δυτικές επιδράσεις), στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού και αλλού.
 Διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση της αρχαίας ελληνικής θεωρίας της μουσικής, από την οποία δανείστηκε στοιχεία ορολογίας και θεωρίας, όπως το τετράχορδο, το σύστημα, το εναρμόνιο-διατονικό και χρωματικό γένος, τη διαίρεση του μέλους σε κύριους και πλάγιους ήχους και άλλους, όσο και του ιουδαϊκού λατρευτικού τυπικού.
 Από το τελευταίο υιοθέτησε λέξεις, όπως «αμήν» (είθε), «αλληλούια» (αινείτε τον Θεό), «ωσαννά» (δόξα στον Κύριο), καθώς και τυπικά επαναλαμβανόμενες μελισματικές φράσεις. Πέρα από τις ιουδαϊκές επιδράσεις, η βυζαντινή μουσική δέχθηκε, σύμφωνα με κάποιους ερευνητές, και ορισμένες συριακές. Επομένως, διάφορες τοπικές παραδόσεις, ελληνικές και ανατολικές, συγχωνεύτηκαν στο καμίνι της χριστιανικής θρησκείας και με έντονη τη σφραγίδα της πνευματικότητας, οδήγησαν σ’ αυτό που ονομάζουμε βυζαντινή μουσική.
 Πέρα από το γεγονός, ότι αποτέλεσε και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λατρείας, η βυζαντινή μουσική (3) αναδείχθηκε σε θεραπαινίδα της ορθόδοξης θεολογίας, της θρησκευτικής ποίησης και σε ποιμαντικό μέσο ψυχαγωγίας και ψυχοθεραπείας, ρόλοι που δεν είναι και τόσο γνωστοί στο πλατύ κοινό.


Α) Η βυζαντινή μουσική στην υπηρεσία των αντιαιρετικών αγώνων και της διατράνωσης της ορθόδοξης θεολογίας.
 Η περίοδος από τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου μέχρι την εποχή του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού (330-712), αποτελεί στην εκκλησιαστική ιστορία περίοδο εμφάνισης και εξάπλωσης διαφόρων αιρέσεων, χριστολογικών, τριαδολογικών, της εικονομαχίας κ.ά..
 Οι Πατέρες της Εκκλησίας, με προεξάρχοντες τους Τρείς Ιεράρχες, Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο τον Θεολόγο και Ιωάννη τον Χρυσόστομο, επεστράτευσαν τη μουσική τέχνη στον αντιαιρετικό αγώνα, επιδιώκοντας να διατρανώσουν το ορθόδοξο δόγμα μέσω των ύμνων.
 Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα ύμνων με έντονη τη δογματική απόχρωση, που ταυτόχρονα στοχεύει στην ανασκευή της Ευτυχιανής αίρεσης, είναι ο ύμνος, «Ο Μονογενής και Λόγος του Θεού», που ψάλλεται στο β΄ αντίφωνο της Θ. Λειτουργίας. Καθιερώθηκε να ψάλλεται μετά από απόφαση της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου, το 653, η οποία κατεδίκασε την αίρεση των Ευτυχιανών, που υποστήριζαν, ότι ο Υιός του Θεού ήταν απλώς Υιός της Μαρίας.
 Ο εν λόγω ύμνος, μεστός από τον ορθόδοξο χριστολογικό ρόλο, παρατίθεται πιο κάτω:
 «Ο Μονογενής υιός και Λόγος του Θεού αθάνατος υπάρχων. Και καταδεξάμενος δια την ημετέραν σωτηρίαν, σαρκωθήναι εκ της Αγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας ατρέπτως ενανθρωπήσας. Είς ών, της Αγίας Τριάδος, συνδοξαζόμενος τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι».
 Ένα άλλο παράδειγμα από την εκκλησιαστική ιστορία είναι η δράση του Αγίου Εφραίμ του Σύρου στη Συρία κατά τον 3ο αιώνα. Ο Άγιος Εφραίμ κατόρθωσε να προσελκύσει στην ορθοδοξία τους πιστούς από την αίρεση του γνωστικού Αρμόνιου (Αμμώνιου), διαδίδοντας μουσική με αντιαιρετικό περιεχόμενο σ’ όλη τη χώρα.

Αρσενοκοιτία, Μοιχεία και Παλλακεία στη Βυζαντινή Κοινωνία



Αρσενοκοιτία, Μοιχεία και Παλλακεία στη Βυζαντινή Κοινωνία – δρ. Ειρήνη Άρτεμη, Phd, Post Doc Καθηγήτρια – Σύμβουλος στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ΕΑΠ, «Σπουδές στην Ορθόδοξη θεολογία», Ακαδημαϊκή διδάσκουσα στο Israel Institute of Biblical Studies by Hebrew University of Jerusalem.


Η θρησκεία, ο Χριστιανισμός, άσκησε βαθύτατη επιρροή σε όλες τις εκφάνσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στους θεσμούς άσκησης εξουσίας, στην καθημερινή ζωή και στον τρόπο καλλιτεχνικής εκφράσεως των υπηκόων της. Η βυζαντινή αυτοκρατορία μπορεί να θεωρεί­ται μία χριστιανική αυτοκρατορία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πολλές φορές η ηθική των υπηκόων της από τα ανώτερα μέχρι τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα δεν ερχόταν σε σύγκρουση με την ηθική της χρι­στιανικής διδασκαλίας. Έτσι πολλές φορές μέσα από τις γραπτές πη­γές της εποχής γίνεται αναφορά για το φαινόμενο της παλλακείας, της μοιχείας αλλά και της αρσενοκοιτίας.
Αρχικά πρέπει να επισημανθεί ότι η «παλλακεία» θεωρούνταν η σταθερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μίας γυναίκας, από την οποία όμως συμβίωση λείπει η γαμική διάθεση. Η παλλακεία ήταν ανεπίδεκτη κατηγορίας για πορ­νεία (stuprum) ή για μοιχεία (adulterium) κατά το βυζαντινό δίκαιο. Όσον αφορά στη μοιχεία ήταν αρχικά η ερωτική συνεύρεση έγγαμης ελεύθερης γυναίκας με άγαμο ή έγγαμο, ενώ αργότερα συμπεριελήφθη στο αδίκημα και η συνεύρεση έγγαμου άνδρα με άλλη ελεύθερη γυναί­κα εκτός της συζύγου του. Τέλος, σχετικά με την αρσενοκοιτία, η οποία χαρακτηριζόταν ως «οι νοσούντες την θήλειαν νόσον», «η των Σοδόμων ασθένεια ή Σοδομιτισμός, οι δ’ εις τούτο δουλεύοντες Σοδομίται ή Σοδομηνοί» υπήρχαν τόσο αναφορές σε νομικά όσο και σε εκκλησιαστικά κείμενα, την οποία καταδίκαζαν. Κατά τους Βυζαντινούς τα είδη της «αρσενοκοιτίας» ήταν τρία: το πρώτο και ελαφρύτερο ήταν «το παρ’ άλλων παθείν», το δεύτερο και βαρύτερο «το ποιήσαι εις έτερον» και το τρίτο και βαρύτατο «το παθείν παρ’ ετέρου και ποιήσαι εις έτε­ρον». Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει για αρσενικοθήλυκους άντρες, που δεν είναι ούτε άντρες ούτε γυναίκες, αλλά άντρες για τις γυναίκες και γυναίκες για τους άνδρες.
Στην παρούσα εργασία θα μελετήσουμε ποια άποψη κυριαρχούσε στις διάφορες κοινωνικές τάξεις για τις παραπάνω διάφορες μορφές ερωτικών διαπροσωπικών σχέσεων και πώς εκείνες αντιμετωπίζονταν από την κοινωνία γενικότερα, το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο αλλά και την Εκκλησία. Πολλοί πατέρες της Εκκλησίας κάνουν αναφορά σε αυτά τα αμαρτήματα ως θανάσιμα πάθη και τα στηλιτεύουν παραδεχόμενοι ότι ως παγίδες του διαβόλου μπορούσαν να παγιδέψουν τον οποιοδή­ποτε δεν αντιστεκόταν σε αυτά και προβάλλουν την καλλιέργεια των χριστιανικών αρετών ως την πανοπλία εναντίον του πονηρού και των συγκεκριμένων παθών.
  1. Εισαγωγή
Στην εργασία αυτή θα αναφερθούμε συνοπτικά στη μοιχεία, αρσενοκοιτία και παλλακεία στη βυζαντινή κοινωνία μέσα από τα νομικά και πατερικά κείμενα, θέλοντας να δώσουμε μία γενική εικόνα για το τι επικρατούσε στη Βυζαντινή κοινωνία και πώς επηρεάστηκε από τη χριστιανική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας. Η οικογένεια στο Ύστερο Ρωμαϊκό κράτος αποτελούσε μία χαλαρή ενότητα.
Στη ρωμαϊκή εποχή ο γάμος αποτελούσε μία κοινωνική σχέση – σύνδε­ση ενός άνδρα και μίας γυναίκας, που κατοχυρωνόταν από το νόμο, προκειμένου να ζήσουν μαζί και στην οποία εφαρμόζονταν κάποιοι ηθικοί κανόνες[1]. Η βάση, λοιπόν, του γάμου βρισκόταν στην affectio maritalis, τη γαμική επιθυμία, και στο honor matrimonii, πού προϋπέθε­ταν ένα σύστημα ηθικών υποχρεώσεων που έπρεπε να εφαρμόζεται[2]. Η έλλειψη γαμικής επιθυμίας οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορούσε να συναφθεί γάμος εξαιτίας του ότι ο ένας από τους δύο συζύγους ήταν κοινωνικά κατώτερος ή οικονομικά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα αντί για τη νομιμοποίηση της σχέσης μέσα από το νομικό και θεσμικό πλαίσιο του γάμου, να υφίσταται ο θεσμός της παλλακείας[3]. Ο γάμος που είχε γίνει σύμφωνα με όλες τις θετικές προϋποθέσεις – συγκατά­θεση pater familias[4], συναίνεση των μελών κ.α.- που απαιτούσε το Ius Civile[5], δηλαδή το Ρωμαϊκό Αστικό Δίκαιο – και σύμφωνα με το οποίο δεν συνέτρεχε κανένα κώλυμα, όπως αγχιστεία, μοιχεία, συγγένεια, προηγούμενος γάμος, ονομαζόταν από τους Ρωμαίους νόμιμος γάμος, iustae nuptiae, iustum matrimonium, legitimum matrimonium[6]. Κάθε άλλη μορφή γάμου θεωρούνταν iniustum matrimonium[7].
Στη βυζαντινή εποχή και κυρίως υπό την επίδραση του χριστιανι­σμού δημιουργείται σιγά – σιγά ο θρησκευτικός χαρακτήρας του γά­μου. Επιπλέον στα νομικά κείμενα του κράτους αλλάζει το νομικό πλαίσιο τόσο για τις εξωσυζυγικές σχέσεις, όσο για τη μεταχείριση των παλλακίδων αλλά και των δικαιωμάτων που έπρεπε να είχαν τα νόθα παιδιά. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου της Ρωμα­ϊκής Αυτοκρατορίας που συμπίπτει σε ένα μέρος της με την εμφάνι­ση χρονικά της πρωτοβυζαντινής περιόδου και, ιδίως, στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τα πράγματα αλλάζουν κοινωνικά και ηθικά απέναντι στο γεγονός της παλλακείας. Αυτό οφείλεται στη χριστιανική διδασκαλία και στην επιρροή που ασκούσε η Εκκλησία τόσο στους αυτοκράτορες όσο και στο λαό. Την περίοδο αυτή η νομοθεσία μάλλον διακρίνεται από αυστηρότητα απέναντι στο θεσμό της παλλακείας. Έτσι, δεν αναγνώριζε κληρονομικά δικαιώματα στην περιουσία του επιφανούς παλλακευόμενου υπέρ των εκτός γάμου τέκνων της και, πιθανότατα, ούτε υπέρ της παλλακής[8]. Οι αυτοκράτορες, όμως, που διαδέχθηκαν στο θρόνο τον Κωνσταντίνο άνοιξαν σταδιακά ρήγματα στην απαγόρευση αυτή, αναγνωρίζοντας στοιχειώδη πλην περιορισμέ­να κληρονομικά δικαιώματα[9].

Η Επιρροή του Παράγοντα της Θρησκείας στην «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο θρησκευτικός παράγοντας ασκούσε πολύ σημαντικότερη επιρροή στις αν­θρώ­πινες κοινωνίες των παλαιοτέρων εποχών απ’ ότι στις σημερινές. Και πολύ εύ­λο­γα, αν λάβει κανείς υπόψη του το πόσο πιο ευάλωτες απ’ τις σημερινές ήταν οι  κοι­νω­νίες αυτές στις επιδημίες, τις επιδρομές και τις φυσικές καταστροφές. Το κλίμα της α­βε­βαιότητας, της ανασφάλειας και η αμεσότερη επαφή των ανθρώπων με την έν­νοια του θανάτου, ευνόησαν την αναζήτηση ασφάλειας στην έννοια της μετά θά­να­τον ζωής και συνεπώς στην έννοια της θρησκείας. Ο Χριστιανισμός προσέφερε περισ­σό­τερα από αυτό στην Κοινωνία της ύστερης αρχαιότητας. Προσέφερε αυτά τα ιδα­νι­κά και τις αξίες που είχε ακριβώς ανάγκη για να αναζωογονηθεί. Το αποτέλεσμα ήταν η υπερχιλιετής «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία, δηλαδή η εκχριστιανισμένη Ρωμαϊκή Αυ­το­κρατορία, η Ρωμανία.
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η μετεξέλιξη της Ρωμαϊκής Αυτο­κρατορίας σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «Βυζαντινή», έγινε με τρόπο ανεπαίσθητο και μοναδικό. Ανεπαίσθητο, με την έννοια του ότι κανείς από τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας δεν θεώρησε ότι αλλάζει το κράτος του οποίου μέχρι τότε ήταν πολίτης. Είχαν μέχρι τέλους την αίσθηση ότι είναι Ρωμαίοι πολίτες. Αυτό που είχε αλλάξει ήταν η θέση του Χριστιανισμού μέσα στην Αυτοκρατορία. Από μία κατάσταση παρανομίας και διωγμού, βρέθηκε ως η κυρίαρχη θρησκεία του Ρωμαϊκού κράτους. Μοναδικό διότι παρόμοια μετεξέλιξη δεν έχει καταγραφεί ξανά από την Ιστορία. Δεν έγινε λ.χ. όπως η μετεξέλιξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο κράτος της Τουρκίας, ούτε όπως η μετάβαση από την Ε.Σ.Σ.Δ. στην Κ.Α.Κ.[1] Δεν έγινε καμία επίσημη διακήρυξη που να σημάνει την κατάργηση μιας κρατικής οντότητας και την δημιουργία μιας άλλης στην θέση της. Αυτό που έγινε ήταν ότι το ίδιο κράτος, με τους ίδιους βασικούς θεσμούς και στην ίδια έκταση υιοθετεί νέες πολιτικές για την αναγέννησή του. Έτσι, η παύση των διωγμών κατά των Χριστιανών και η υποστήριξη του Χριστιανισμού από το Ρωμαϊκό κράτος, σε συνδυασμό με την μεταφορά της Πρωτεύουσας από την Ρώμη στην Νέα Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, πρόσθεσαν στη ζωή της Αυτοκρατορίας πάνω από δέκα αιώνες.  Από αυτό φαίνεται πόσο ισχυρή επίδραση άσκησε ο Χριστιανισμός στην Αυτοκρατορία.

Α. Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΤΗΣ «ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ» ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

            Η θρησκεία, ο Χριστιανισμός, άσκησε βαθύτατη επιρροή σε όλες τις εκφάν­σεις της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας, στους θεσμούς άσκησης εξουσίας, στην κα­θημερινή ζωή και στον τρόπο καλλιτεχνικής εκφράσεως των υπηκόων της. Αυτό που ήταν το πιο σημαντικό, ήταν η επίδραση που άσκησε στην Αυτοκρατορική ιδέα. Την αν­τίληψη που είχαν, τόσο οι απλοί υπήκοοι, όσο και οι άνθρωποι της εξουσίας αλλά και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας για τον θεσμό αυτό.

1. Στούς θεσμούς της Αυτοκρατορίας

Η ίδια η σύσταση αυτής που καλείται «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία βασίζεται στην θρησκευτική πεποίθηση ότι αυτή αποτελεί το επίγειο αντίγραφο της επουρανίου βασιλείας του Θεού.  Όπως ο Θεός βασιλεύει στους ουρανούς, έτσι και ο Αυτο­κρά­τορας ως εικόνα του Θεού πρέπει να βασιλεύει στη γη και να εκτελεί τις εντολές του.[2]
            Από την Ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως, άρχισε να διαφαίνεται η νέα κα­τά­σταση που εγκαθιδρύοταν. Ο Καθεδρικός Ναός της Αγίας Ειρήνης και η κα­τοι­κία του Επισκόπου κτίστηκαν κοντά στο Ανάκτορο. Αυτό σήμαινε ότι η Εκκλησία και η Αυ­τοκρατορική εξουσία αποτελούσαν ισότιμους παράγοντες σχετικά με την διασφάλιση του Χριστιανικού Πνεύματος και την διευθέτηση των ανθρωπίνων υποθέσεων[3].
            Διαμορφώθηκε σύντομα η Αυτοκρατορική ιδέα του Βυζαντίου[4], δηλ. η αντί­λη­ψη ότι στην Οικουμένη υπάρχει μία και μοναδική Αυτοκρατορία και ένας μόνο Αυ­­τοκράτορας. Οι άλλοι ηγεμόνες θεωρούνται συγγενείς του Αυτοκράτορα και δεν έχουν τον τίτλο του Βασιλέως ή του Αυτοκράτορα[5]. Ο Αυτοκράτορας εθεωρείτο ως ο Τοποτηρητής του Θεού στη Γη, πιστός εν Χριστώ Βασιλεύς, εγγυητής της ενότητας της Εκκλησίας[6] και εγγυητής του «αήττητου» της Αυτοκρατορίας[7]. Η εκλογή του ήταν αποκάλυψη του θείου θελήματος και γινόταν ειδική τελετή στέψεως του Αυ­τοκράτορα από τον Πατριάρχη.[8] Όμως η εξουσία δεν ήταν απόλυτη και ανεξέλεγκτη. Είχε την ηθική υποχρέωση να εφαρμόσει το θέλημα του Θεού και να ενεργεί «κατά μίμησιν Του» διεπόμενος από φιλανθρωπίαν[9]. Επίσης (όπως κατέστησε σαφές η ήττα των εικονομάχων) δεν είχε εξουσία να αποφαίνεται για δογματικά ζητήματα, τα οποία ήταν υπόθεση αποκλειστικώς των Επισκόπων συνερχομένων σε Σύνοδο.[10]
            Ακόμη, αν και ο  Αυτοκράτορας εθεωρείτο ως ο έμψυχος  νόμος, ο απε­στα­λμέ­νος του Θεού,[11] όφειλε να υπάκούει στους νόμους δίδοντας το καλό παράδειγμα στους υπηκόους, ακριβώς διότι έπρεπε να ενεργεί ως εγγυητής της αρμονίας[12]. Η ρωμαϊκή Νομοθεσία δεχόμενη την ευεργετική επίδραση του Χριστιανισμού έγινε φιλανθρωπότερη[13]. Οι κωδικοποιήσεις των νόμων και ο εκσυγχρονισμός του ρωμα­ϊκού δικαίου που κατά περιόδους γίνονταν, διέπονταν από πνεύμα κοινωνικής δικαι­ο­σύνης και βελτιώσεως της θέσεως των αδυνάτων (γυναικών, δούλων κ.λπ.).[14]

2. Στην καθημερινή ζωή των «Βυζαντινών»

Οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας μάθαιναν τα πρώτα γράμματα, πολλές φορές, κον­τά σε κληρικούς. Στην βασική παιδεία συμπεριλαμβανόταν η ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης[15], ενώ από τον 8ο αιώνα εμφανίζεται και μία Γραμματική (του Γεωργίου Χοιροβοσκού) με βάση το Ψαλτήρι[16]. Όλοι είχαν κάποιους συγγενείς κλη­­ρικούς ή Μοναχούς. Οι Μοναχοί θεωρούνταν κατ’ εξοχήν σεβαστά πρόσωπα. Περι­­ερχόμενοι τα διάφορα σπίτια διαμόρφωναν σε μεγάλο βαθμό την κοινή γνώμη της εποχής[17].
Οι πιστοί είχαν ως πρότυπά τους βίους Αγίων τους οποίους μελετούσαν συ­στη­μα­τι­κά. Η ζωή τους ήταν συνδεδεμένη με την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Και η Εκκλησία εί­χε αναλάβει αποκλειστικώς το έργο της φιλανθρωπίας και των κοι­νωνικών υπηρεσιών. Συν­τη­ρούσε νοσοκομεία, γηροκομεία και δημοτικά σχολεία[18]. Η Εκκλησία μπορούσε να επι­βάλει την ποινή του αφορισμού (απο­κλει­σμού από την εκ­κλησιαστική κοινωνία και τα μυστήρια) σε όσους κήρυτταν αιρέσεις ή είχαν σκαν­δα­λώδη συμπεριφορά. Το κράτος μπο­ρού­σε να επιβάλει ποινές (συχνά εξορία) στους αιρετικούς[19], μέσα στα πλαίσια της υπο­χρε­ώσεως του Αυτοκράτορα και της πολιτείας για την διαφύλαξη της ενότητας της Εκκλησίας.
Η μέριμνα για την προστασία της Ορθοδοξίας εκ μέρους τους κράτους οφειλόταν στην προσπάθεια ελέγχου των φυγόκεντρων δυνάμεων που αναπτυσ­σό­ντου­σαν δια των δογματικών αποκλίσεων[20]. Δεν ήταν υποχρεωμένος κάποιος να είναι Ορθόδοξος αλλά τα κίνητρα που είχε για να είναι (και τα αντικίνητρα  για να μην είναι) ήταν τόσο ισχυρά ώστε το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Θανατική ποινή επιβαλ­λόταν μόνο στους Μανιχαίους, διότι εθεωρούντο εκτός από αιρετικοί και (μάλλον εσφαλμένως) πράκτορες του εχθρού (των Περσών)[21].

3. Στις Τέχνες

Τόσο μεγάλη ήταν η επίδραση της θρησκείας στις Τέχνες του Βυζαντίου ώστε είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κάποιο μη θρησκευτικού περιεχομένου έργο της Βυζαντινής τέχνης. Η τέχνη χρησιμοποιήθηκε σαν ένας εύληπτος τρόπος διδασκαλίας των δογμάτων του Χριστιανισμού.[22]
Στην Αρχιτεκτονική, οι Ναοί έλαβαν την μορφή της μικρογραφίας του σύμ­παν­τος, όπου ο τρούλος επέχει την θέση του Ουρανού. Στην Γλυπτική τα ολόγλυφα γλυπτά απα­γο­ρεύ­θηκαν (και μάλιστα μετά την περίοδο της εικονομαχίας) και δόθηκε προτίμηση στα α­νά­γλυ­φα. Στην Μουσική ο μονοφωνικός της χαρακτήρας και η σεμνότητά της, την κατέστησαν την καταλληλότερη επένδυση για τον σωστό χρωματισμό και την κατανόηση των πλούσιων σε δογματικά στοιχεία Ποιητικών Έργων. Η Βυζαντινή Ζωγραφική μας άφησε απαράμιλλα δεί­γματα ψηφιδωτών, τοιχογραφιών και φορητών εικόνων, όπου ο νατουραλισμός έδωσε τη θέση του στην αφαίρεση η οποία προσέδωσε στην τέχνη αυτή έναν υπερβατικό χαρακτήρα.[23]
Και η Λογοτεχνία κατά ένα μεγάλο ποσοστό έχει θρησκευτικό χαρακτήρα[24]. Λό­γοι, Βίοι Αγίων, απολογητικά και αντιρρητικά έργα, Κανόνες, Κοντάκια, τρο­φοδοτούσαν την έντονη θρησκευτικότητα του «Βυζαντινού» υπηκόου.

Β. Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ «ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ» ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΛΑΟΥΣ

Η διάδοση της Ορθοδοξίας στους άλλους λαούς θεωρήθηκε πρώτιστο κα­θή­κον του Αυτοκράτορα, αλλά ταυτόχρονα και πολύ χρήσιμο εργαλείο άσκησης εξω­τε­ρ­ι­κής πολιτικής. Οι διάφοροι λαοί ασπαζόμενοι την Ορθοδοξία εντάσσονταν στην σφαί­ρα επιρροής της Αυτοκρατορίας και ήταν συνήθως φίλοι και σύμμαχοί της. Οι «Βυ­ζαντινοί» Ιεραπόστολοι έφθασαν μέχρι την Κεντρική Ευρώπη (Μοραβία) τον Καύ­κασο τις στέπες της Μαύρης Θάλασσας, την Αιθιοπία και τη Σαχάρα. Με­τέ­φρα­ζαν την Αγία Γραφή στις γλώσσες των νεοφωτίστων. Οι πρώτοι Επίσκοποι των χω­ρών αυτών ήταν Ρωμαίοι ή φιλικά προσκείμενοι προς τους Ρωμαίους («Βυζα­ντι­νούς») και συμμετείχαν στα αρχηγικά συμβούλια, ενώ η εκπαίδευση των νεοφωτί­στων λαών εξαρτιόταν άμεσα από τον κλήρο. [25]
Αντίθετα, οι λαοί της Αυτοκρατορίας ασπαζόμενοι αιρέσεις, ανέπτυσσαν απο­σχιστικές τάσεις από αυτήν. Η θρησκευτική διαφοροποίηση ευνοούσε την πολιτική και το αντίστροφο.
Στη συνέχεια θα δούμε πώς η θρησκεία επέδρασε στις σχέσεις του Βυζαντίου με τους εξ Ανατολών, Βορρά και (κυρίως) Δύσεως γείτονές του.

1. Με τους Ανατολικούς λαούς.

Οι Ίβηρες  και οι Αρμένιοι είχαν δεχθεί τον Χριστιανισμό πριν από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Οι Αρμένιοι τελικά ακολούθησαν τον Μονοφυσιτισμό. Οι Ίβηρες (Γεωργιανοί) παρέμειναν Ορθόδοξοι και πιστοί φίλοι της Αυτοκρατορίας, παρ’ ότι ήταν συγγενείς με τους Πέρσες.
Ο Χριστιανισμός ήταν η θρησκεία της Αυτοκρατορίας και οι Χριστιανοί της Περσίας αντιμετωπίζονταν ως προδότες. Όμως εύκολα δέχθηκαν στην Περσική Επικράτεια τους Νεστοριανούς, διότι απέκλιναν από το Ορθόδοξο δόγμα. Οι «Βυζαντινοί» φρόντισαν να διαδώσουν την Ορθοδοξία στην Αιθιοπία αλλά και στους  Αλανούς του Καυκάσου και να τους καταστήσουν συμμάχους.
Η υιοθέτηση όμως του δόγματος του Μονοφυσιτισμού από συμπαγείς πληθυσμούς της Αιγύπτου, Συρίας και Παλαιστίνης, ευνόησε την απόσπασή τους από την Αυτοκρατορία και την εύκολη υποταγή τους στους Άραβες. Οι Ορθόδοξοι όμως κάτοικοι των περιοχών παρέμειναν γνωστοί ως Ρωμαίοι, οι οποίοι αναγνώριζαν ως αρ­χηγό τους τον Αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη και εκπροσωπούνταν στις αρα­βικές αρχές των κατακτητών από τους εκκλησιαστικούς τους ηγέτες. Η Ορθόδοξη εκκλησιαστική ιεραρχία κατέστη εθναρχία των υποδούλων Ρωμαίων[26]. Αργότερα αυτό θα γίνει και στη Δύση αλλά και στις περιοχές της Ελλάδας και της Μ. Ασίας όταν κατακτήθηκαν από τους Τούρκους.
Η θρησκεία καθόρισε επίσης τη σχέση της Αυτοκρατορίας με τους Άραβες και τους Τούρκους. Ο Χριστιανισμός επέδρασε στην διαμόρφωση του Ισλάμ και στο Κοράνιο υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για τους Ρωμαίους[27] («Βυζαντινούς»), τους οποίους ο Μωάμεθ θαύμαζε, σε αντίθεση με τους Πέρσες. Οι Μουσουλμάνοι έδειξαν γενικά ανοχή στους Χριστιανούς των κατακτημένων περιοχών, αρκεί να πλήρωναν φόρο[28].

2. Με τους Βορείους λαούς

Πρώτοι διδάχθηκαν τον Χριστιανισμό οι Γότθοι. Τότε όμως οι Αυτοκράτορες ευνοούσαν τον Αρειανισμό, γι’  αυτό οι Γότθοι και οι άλλοι Γερμανικοί λαοί έγιναν Αρειανιστές.
Η διάδοση του Ορθοδόξου Χριστιανισμού στους Σλάβους από τους Κύριλλο και Μεθόδιο, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες της Αυτοκρατορίας. Οι συνέπειες αυτού του γεγονότος είναι πολύ μεγάλες καθώς ολόκληρη - σχεδόν - η Ανατολική Ευρώπη και όπου αργότερα επεκτάθηκε η Ρωσική επικράτεια, μέχρι την Άπω Ανατολή και την Αλάσκα διαδόθηκε η Ορθοδοξία. Η επίδραση ήταν τέτοια ώστε οι Ρώσοι να πιστέψουν ότι μετά την πτώση της Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως στους Τούρκους, η Μόσχα πλέον παρέλαβε την σκυτάλη της Αυτοκρατορίας ως Τρίτη Ρώμη. Υιοθέτησαν την τελετή στέψεως του Αυτοκράτορα για τους ηγεμόνες τους, τους Τσάρους (Καίσαρες).

3. Με τους δυτικούς λαούς

Η θρησκεία υπήρξε πολύ ισχυρός παράγοντας στη σχέση της Αυτοκρατορίας με τους Δυτικούς Λαούς.  Κατάλοιπα αυτής της επιδράσεως υπάρχουν μέχρι σήμερα στις συνειδήσεις των Δυτικών λαών και των Ελλήνων που συχνά στις αντιλήψεις αμφοτέρων πολλές φορές υπάρχουν απόψεις οι οποίες εκφράζονται με στερεότυπα.
Όταν διάφορα Γερμανικά φύλα κατέλαβαν το Δυτικό τμήμα της Ρωμανίας, οι Ρωμαίοι της Ανατολής (οι «Βυζαντινοί») αισθάνθηκαν ότι έπρεπε να αγωνιστούν για την απελευθέρωση των υποδούλων συμπατριωτών τους. Πράγμα που έγινε εν μέρει πραγματικότητα από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄. Ο Αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη θεωρούσε τον εαυτό του ηγέτη και των υποδούλων Ρωμαίων. Οι Ρωμαίοι στην Δύση, η μεγάλη μάζα των πληθυσμών της Ιταλίας, Γαλατίας, Ιβηρικής χερσονήσου, και Βορείου Αφρικής  θεωρούσαν τον Αυτοκράτορα της Νέας Ρώμης τον φυσικό τους Ηγέτη και επί αιώνες ανέμεναν την βοήθειά του. Το παράδοξο είναι ότι ακόμη και οι βαρβαρικοί λαοί (Γότθοι, Βάνδαλοι, Λογγοβάρδοι) που κρατούσαν υποδούλους τους Δυτικούς Ρωμαίους[29] είχαν συνείδηση αυτής της καταστάσεως. Οι Ρωμαίοι δεν ερχόντουσαν σε επιμιξία με τους Γερμανικούς λαούς, χρησιμοποιούσαν το Ρωμαϊκό αστικό δίκαιο με την ανοχή των κατακτητών και υπήρχε αμοιβαία αντιπάθεια μεταξύ τους.  Χαρακτηριστική είναι η στιχομυθία του Λογγοβάρδου Λιουτπράνδου, Επισκόπου Κρεμώνος, με τον Αυτοκράτορα Νικηφόρο: όταν ο Αυτοκράτορας σε κάποιο σημείο του είπε «εσείς δεν είστε Ρωμαίοι αλλά Λογγοβάρδοι που καταλάβατε την Ρώμη» ο Λιουτπράνδος απήντησε «Εμείς...οι Λομβαρδοί, Σάξωνες, Φράγκοι, Λοθαριγκιανοί, Βαγοαρινοί, Σουένοι, Βουργουνδοί, έχουμε τέτοια περιφρόνηση (για τους Ρωμαίους), ώστε, όταν οργιζόμαστε με τους εχθρούς μας, δεν εκστομίζουμε άλλη ύβρη, παρά "Ρωμαίε" (nisi Romane), μόνον αυτό δηλαδή το όνομα των Ρωμαίων (hoc solo, id est Romanorum nomine), που σημαίνει: ο,τιδήποτε αγενές, φιλάργυρο, ακόλαστο, απατηλό και, στ' αλήθεια, ο,τιδήποτε κακό»[30]. Το γεγονός ότι όλα αυτά τα Γερμανικά φύλα ανήκαν στην αίρεση του αρειανισμού και είχαν την δική τους ξεχωριστή Ιεραρχία, βοήθησε ώστε η Ιεραρχία των Ορθοδόξων Ρωμαίων να μείνει ανέπαφη και να αναλάβει την εθναρχία των υποδούλων Δυτικών Ρωμαίων[31]. Τότε θεσμοθετήθηκε από τους Πάπες η εκλογή του Πάπα να γίνεται από το κολέγιο των Καρδιναλίων, δηλαδή των Εφημερίων των ενοριών της Ρώμης[32], που φρόντιζαν πάντα να είναι Ρωμαίοι και όχι Γερμανοί. Αυτό διατηρήθηκε μέχρι το 1009 μ.Χ..
Η εμφάνιση στο προσκήνιο των Φράγκων (οι οποίοι νίκησαν βαθμιαία και αφομοίωσαν τα άλλα Γερμανικά φύλα), άλλαξε δραματικά τα πράγματα. Οι Φράγκοι, θεωρητικώς, ασπάσθηκαν την Ορθοδοξία και όχι τον Αρειανισμό. Αυτό τους εξυπηρέτησε στο να εισχωρήσουν στην Ορθόδοξη Εκκλησιαστική Ιεραρχία των υποδούλων πληθυσμών, να προωθούν, κατά πάγια τακτική, τα δευτερότοκα τέκνα των Φεουδαρχών στις τάξεις του ανωτέρου κλήρου[33]. Έτσι ενσωματώθηκε  η εκκλησιαστική Ιεραρχία στον φεουδαρχικό τους μηχανισμό[34]. Η εθναρχία στην Δύση είχε καταργηθεί. Αποφάσισαν να γίνουν αυτοί Ρωμαίοι στη θέση των Ρωμαίων, πράγμα αδιανόητο σε παλαιότερες εποχές. Ίδρυσαν την «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους», που κατά μία λίαν εύστοχη διαπίστωση, ούτε αγία ήταν ούτε ρωμαϊκή, ούτε αυτοκρατορία[35]. Θέλησαν να οικειοποιηθούν την Ρωμαϊκή Κληρονομιά. Οι «Βυζαντινοί» έπαψαν να ονομάζονται Ρωμαίοι από τους Φράγκους, αλλά Γραικοί. Όμως έπρεπε να εξαλειφθεί κάθε επιρροή του «Βυζαντινού» Αυτοκράτορα προς τους Ρωμαϊκής συνειδήσεως πληθυσμούς της Δύσεως. Έτσι άρχισαν να καλλιεργούν την δογματική απόκλιση της Εκκλησίας της Δύσεως από την Ανατολική.  Μία αποτυχημένη απόπειρα έγινε με την υιοθέτηση εικονομαχικών απόψεων  από την Σύνοδο της Φραγκφούρτης[36]. Ο Ορθόδοξος Ρωμαίος Πάπας όμως τότε δεν συναίνεσε. Στη συνέχεια καλλιεργήθηκε από τους Φράγκους η προσθήκη στο σύμβολο της Πίστεως του filoque, και άρχισε να διαδίδεται στη Δύση. Και σ’ αυτό οι Ρωμαίοι Πάπες αντιστέκονταν μέχρι το 1009. Τότε έχουμε για πρώτη φορά εκλογή Γερμανού Πάπα και έκτοτε υιοθετήθηκε επίσημα από την Ρώμη η δογματική αυτή απόκλιση[37]. Το ίδιο έτος, το όνομα του Πάπα διαγράφηκε από τα δίπτυχα. Το 1054, επήλθε και το αμοιβαίο ανάθεμα μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Το όνομα Γραικός φορτίσθηκε αρνητικά με τις έννοιες του σχισματικού, του πονηρού του υποκριτή κ.λπ.[38]. Η Ελληνική γλώσσα (στοιχείο ανωτέρας μορφώσεως του κάθε καλλιεργημένου Ρωμαίου  σε παλαιότερες εποχές) έπαυσε να καλλιεργείται στην Δύση[39]. Οι πληθυσμοί της Δύσεως αποκόπηκαν βαθμιαία από την επιρροή των «Βυζαντινών»[40] και εκφραγκεύθηκαν. Η δογματική απόκλιση χρησιμοποιήθηκε ως όχημα για τις αλλαγές αυτές.
Στη συνέχεια με την Δ΄ Σταυροφορία, η Φραγκική Δύση κατόρθωσε να δώσει καίριο πλήγμα στον νόμιμο φορέα της Ρωμαϊκής Κληρονομιάς, που όμως αν και θανάσιμα τραυματισμένος έπεσε ηρωικά δυόμισι αιώνες αργότερα.  Η πτώση της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας στους Τούρκους ερμηνεύθηκε από τους Δυτικο-ευρωπαίους ως ένα δείγμα της «θείας τιμωρίας» των Γραικών για την «αίρεσή» τους.

ΣΥΝΟΨΗ

Η επίδραση της θρησκείας ήταν καταλυτική στην διαμόρφωση και διατήρηση της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας. Ο Χριστιανισμός επέδρασε στην διαμόρφωση της Αυτοκρατορικής ιδέας, μετασχημάτισε επί το φιλανθρωπότερον την ρωμαϊκή νομοθεσία και άφησε το ανεξίτηλο χρώμα του στην τέχνη και την λογοτεχνία της περιόδου που εξετάζουμε.
Ακόμη σημαντικότερη ήταν η επίδραση της θρησκείας στις σχέσεις του «Βυζαντίου» με τους άλλους λαούς. Τα αποτελέσματα αυτής της επιδράσεως τα ανακαλύπτουμε ακόμη και σήμερα.
Η «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία χρησιμοποίησε συστηματικά την διάδοση της Ορθοδοξίας ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Μ’ αυτόν τον τρόπο καθιστούσε βαρβαρικά φύλα, συμμάχους του «Βυζαντίου». Από την άλλη πλευρά, η δογματική απόκλιση υπήρξε αιτία και διοικητικής διαιρέσεως. Κάτι τέτοιο συνέβη με τους Μονοφυσιτικούς πληθυσμούς που η δογματική τους απόκλιση ευνόησε την εύκολη αποκοπή τους από τον κορμό της Αυτοκρατορίας.
Πολλές όμως φορές συνέβη το αντίστροφο. Δυνάμεις που επιθυμούσαν την διοικητική διαίρεση, επινόησαν ή ευνόησαν δογματικές αποκλίσεις. Αυτό έκαναν οι Φράγκοι στην Δύση, αφού με την θεωρητική αποδοχή από αυτούς της Ορθοδοξίας εισχώρησαν στην Ορθόδοξη Εκκλησιαστική Ιεραρχία της Δύσεως, στη συνέχεια επεδίωξαν την δογματική απόκλιση της Δύσεως από την Ανατολική Εκκλησία για να αποσπάσουν τους υποδούλους πληθυσμούς από την σφαίρα επιρροής του Αυτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως και την οικειοποίηση της Ρωμαϊκής κληρονομιάς. Στη συνέχεια φρόντισαν να εξοντώσουν και τον νόμιμο κληρονόμο, πράγμα που πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό με την Δ΄ Σταυροφορία.
 Παρ’ όλα ταύτα, η «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία διήρκεσε πάνω από χίλια χρόνια. Ο εμβολιασμός του Χριστιανισμού στον φορέα του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, της χάρισε ξεχωριστή μακροβιότητα. Το «πείραμα» του Μεγάλου Κωνσταντίνου, απεδείχθη ίσως παρακινδυ­νευ­μέ­νο, αλλά απόλυτα επιτυχημένο.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



1.      Πέννα Β., «Βυζαντινοί Θεσμοί», στο  Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, Τόμ. Β΄ Βυζάντιο και Ελληνισμός, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 21-70.
2.      Πέννα Β., «Η Βυζαντινά Κοινωνία», στο  Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, Τόμ. Β΄ Βυζάντιο και Ελληνισμός, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 71-94
3.      Νικολούδης Ν., «Το Βυζάντιο και οι Γείτονές του», στο  Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, Τόμ. Β΄ Βυζάντιο και Ελληνισμός, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 21-71
4.      Αλμπάνη Τζ., «Εισαγωγή στην Βυζαντινή τέχνη», στο Αλμπάνη Τζ. ΤΕΧΝΕΣ Ι, τομ. Β΄ Βυζαντινή και μεταβυζαντινή Τέχνη, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999.
5.      Γιαννόπουλος Ι. κεφ. 6-11 (περί Βυζαντίου), στο Γιαννόπουλος Ι. Κατσιαμπούρα Γ. Κουκουζέλη Α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμ. Β΄, Σημαντικοί σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σελ. 249-418.
6.      Ρωμανίδου Ι., Φράγκοι, Ρωμαίοι, Φεουδαλισμός και Δόγμα, Αλληλεπίδραση Θεολογίας και Κοινωνίας: http://www.romanity.org/htm/ rom.e.04. fragkoi_romaioi_feoudalismos_kai_dogma.01.htm#35.
7.      Ρωμανίδου Ι., Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1975. Και στην Ιστοσελίδα http://www.romanity.org/htm/rom.el.01. romiosini_ romania_roumeli.01.htm#s1.
8.      Runciman St., Η Βυζαντινή Θεοκρατία, μτφρ. Ι. Ροηλίδης, εκδ. Δόμος, Αθήνα 2005.
9.      Ουνταλτσόβα Ζ., Λιτάβριν Γ.,  Μεντβέντιεφ Ι, Βυζαντινή Διπλωματία, μτφρ. Π. Ματέρη -  Δ. Πατέλη, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995.
10.  Manco C., Βυζάντιο, Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτφρ. Δ. Τσουγκαράκης, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002.
11.  Σαββίδη Α., Το Οικουμενικό Βυζαντινό Κράτος και η Εμφάνιση του Ισλάμ, 518-717 μ.Χ., εκδ. Εστία, Αθήνα 1990.



[1] Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών. Οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως.
[2] Runciman St., Η Βυζαντινή Θεοκρατία, μτφρ. Ι. Ροηλίδης, εκδ. Δόμος, Αθήνα 2005, σελ. 11.
[3] Πέννα Β., «Βυζαντινοί Θεσμοί», στο  Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, Τόμ. Β΄ Βυζάντιο και Ελληνισμός, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 26
[4] Από τον Ευσέβειο Καισαρείας, βλ. Runciman St., ό.π. σελ.29-30
[5] Πέννα Β., ό.π., σελ. 29- 30
[6] Στο ίδιο, σελ. 62
[7] Στο ίδιο, σελ. 31.
[8] Στο ίδιο, σελ. 37.
[9] Στο ίδιο, σελ. 30.
[10] Runciman St., ό.π. σελ. 158.
[11] Πέννα Β., ό.π., σελ . 53  
[12] Runciman St., ό.π. σελ. 158.
[13] Πέννα Β., ό.π., σελ. 54.
[14] Πρβλ. Στο ίδιο σελ. 54.
[15] Γιαννόπουλος Ι. κεφ. 6-11 (περί Βυζαντίου), στο Γιαννόπουλος Ι. Κατσιαμπούρα Γ. Κουκουζέλη Α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμ. Β΄, Σημαντικοί σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σελ. 337.
[16] Στο ίδιο, σελ. 341.
[17] Runciman St., ό.π., σελ. 113.
[18] Runciman St., ό.π., σελ. 124.
[19] Γιαννόπουλος Ι., ό.π., σελ. 262.
[20] Βλ. σελ. 7 της παρούσης.
[21] Manco C., Βυζάντιο, Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτφρ. Δ. Τσουγκαράκης, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002 σελ. 114.
[22] Αλμπάνη Τζ., «Εισαγωγή στην Βυζαντινή τέχνη», στο Αλμπάνη Τζ. ΤΕΧΝΕΣ Ι, τομ. Β΄ Βυζαντινή και μεταβυζαντινή Τέχνη, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 19.
[23] Στο ίδιο, σελ. 22
[24] Manco C., ό.π., σελ. 275.
[25] Ουνταλτσόβα Ζ.,«Η Διπλωματία από τον 7ο έως τον 13ο αιώνα», στο Ουνταλτσόβα Ζ., Λιτάβριν Γ.,  Μεντβέντιεφ Ι, Βυζαντινή Διπλωματία, μτφρ. Π. Ματέρη -  Δ. Πατέλη, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, σελ.59.
[26] Γιαυτό και μέχρι σήμερα αυτά τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία προσδιορίζονται από τους Άραβες και Τούρκους ως «Ρουμ-Ορτοντόξ». Βλ. Ρωμανίδου Ι., Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1975, παρ. 021.
[27] Το κεφ. «Αλ Ρουμ». Βλ. Σαββίδη Α., Το Οικουμενικό Βυζαντινό Κράτος και η Εμφάνιση του Ισλάμ, 518-717 μ.Χ., εκδ. Εστία, Αθήνα 1990, σελ. 176-177.
[28] Στο ίδιο.
[29] Δηλαδή των Κελτών, Ιβήρων, Βερβέρων κ.ά. πού είχαν εκλατινισθεί γλωσσικά και είχαν την αυτοσυνειδησία ότι ήταν Ρωμαίοι και όχι «βάρβαροι».
[30] Ρωμανίδου Ι. «Φράγκοι Ρωμαίοι Φεουδαλισμός και Δόγμα, Αλληλεπίδραση Θεολογίας και Κοινωνίας»: http://www.romanity.org/htm/ rom.e.04.fragkoi_ romaioi_feoudalismos_kai_dogma. 01. htm#35
[31] Όπως συνέβη και στις περιοχές Συρίας , Παλαιστίνης και Αιγύπτου που η Ορθόδοξη Ιεραρχία ανέλαβε την εθναρχική εκπροσώπηση των Ορθοδόξων πληθυσμών (Ρωμαίων) στις μουσουλμανικές αρχές. Βλ. Ρωμανίδου Ι., Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1975, παρ. 125.
[32] Κάτι ανάλογο με την αγιοταφική αδελφότητα. Βέβαια τώρα ο θεσμός των Καρδιναλίων έχει εξελιχθεί σε κάτι τελείως διαφορετικό. Βλ. Ρωμανίδου Ι., ό.π., παρ. 148-149.
[33] Συχνά αυτά τα δευτερότοκα τέκνα των ηγεμόνων δεν είχαν καμία κλίση προς τα εκκλησιαστικά και συνέχιζαν να ζουν ως ηγεμόνες ενασχολούμενοι με το κυνήγι, την πολιτική ακόμη και τον πόλεμο, ενώ η εκκλησιαστική περιουσία της Μονής ή της Επισκοπής που είχαν ήταν το φέουδό τους.
[34] Ρωμανίδου Ι., ό.π., παρ. 126.
[35] Runciman St., ό.π. σελ. 12.
[36] Στο ίδιο, παρ131-132.
[37] Μέχρι τότε οι διαφορές του Πάπα με τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως ήταν για διοικητικά θέματα. Βλ. Ρωμανίδου Ι., ό.π., παρ. 067-071.
[38] Ενώ το όνομα Φράγκος είναι τόσο θετικά φορτισμένο στο Δυτικό λεξιλόγιο ώστε είναι συνώνυμο του ελεύθερου και του ειλικρινούς ανθρώπου. Το αντίθετο συμβαίνει σε εμάς που η λέξη Φράγκος θεωρείται μέχρι σήμερα προσβλητική, και δεν θελήσαμε να ονομάσουμε έτσι τους Γάλλους, παρά το ότι οι ίδιοι πλέον αισθάνονται υπερήφανοι για το όνομα αυτό!
[39] Χαρακτηριστική η έκφραση «graeca sunt, non leguntur» και ή αντίστοιχη σύγχρονη Αγγλική «Its all Greek to me», που αντιστοιχούν στην δική μας «αυτά είναι Κινέζικα, δεν τα καταλαβαίνω».
[40] Αυτό δεν έγινε χωρίς αντιδράσεις, όπως φανερώνουν τα γεγονότα του «Σικελικού Εσπερινού». Οι Νορμανδοί, αν και Σκανδιναυοί στην Καταγωγή, εκφραγκεύθηκαν στην Βόρεια Γαλατία και έγιναν φορείς  του πνεύματος που αναφέρουμε.

Η προσφορά του Βυζαντίου στον πολιτισμό Ι. Μ. Χατζηφώτη ,


Ι. Μ. Χατζηφώτη ,
Βυζάντιο καί Ἐκκλησία ,
Εκδόσεις Αποστολική Διακονία, Β' Εκδ ., 1989, σελ. 17-23
Ιδιαίτερα το Βυζάντιο, όπως άλλωστε και η επανάσταση του Εικοσιένα, δέχθηκε τα πυρά των μελετητών αυτών, μερικοί από τους οποίους δεν δίστασαν να γυρίσουν πίσω στην εποχή του Γίββωνα , όταν τον θεωρούσαν « Bas Empire » (Υστέρα Ρωμαϊκή αυτοκρατορία), υποτιμώντας την προσφορά του και διαστρέφοντας τα χαρακτηριστικά του. Αν είναι δυνατό τώρα πια μετά από τόσες επιστημονικές εργασίες να μην αναγνωρίζεται η αξία. Όχι μόνο στον ιδιαίτερα προβλημένο τομέα της τέχνης, αλλά και στον χώρο της φιλολογίας, της υμνογραφίας και ποιήσεως, της διπλωματίας, της νομικής επιστήμης και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων. Όταν μάλιστα τον πολιτισμό του το Βυζάντιο δεν τον κράτησε ζηλότυπα για τον εαυτό του, αλλά τον διέδωσε προς όλες τις γεωγραφικές κατευθύνσεις. Ακόμη και η ίδια η Ευρώπη χρωστάει στο Βυζάντιο πολλά. Δεν τα ισχυριζόμαστε εμείς αυτά. Τα αναγνωρίζουν οι εγκυρότεροι ξένοι βυζαντινολόγοι. Ξεχωριστά με το θέμα έχει ασχοληθεί ο «σπουδαιότερος, κατά τον Α. Μουστακίδη - Μεσεμβρινό , εκπρόσωπος των ελληνικών σπουδών στη μεταπολεμική Σουηδία κι ένας από τους πιο φωτισμένους ηγέτες του σημερινού σκανδιναβικού ουμανισμού», ο ’λμπερτ Βίφστραντ (1901-1961) στο μελέτημά του «Το βυζάντιο και η Ευρώπη», που ο Μυστακίδης μετέφρασε στη γλώσσα μας μαζί μ' ένα άλλο κείμενό του («Η αληθινή αρχαιότητα κι εμείς») και παρουσίασε το 1966 σ' ένα μικρό βιβλιαράκι με τον τίτλο «Δύο μελετήματα» του ’λμπερτ Βίφστραντ ( Ελληνοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη). Στην περισπούδαστη αυτή εργασία ο Σουηδός σοφός, εκτός από τον εκχριστιανισμό της Ρωσίας και των Σλάβων και τη συγκράτηση της αραβικής απειλής, που έδωσε στην Ευρώπη τη δυνατότητα να αναπτυχθεί, αναγνωρίζει στο Βυζάντιο τόσα πολλά και σημαντικά, που ελάχιστα εμείς οι ίδιοι έχομε προσέξει. Απανθίζομε εδώ μερικά από αυτά:
1. «Αν σκεφτούμε ποια ήταν η όψη της υπόλοιπης Ευρώπης κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, βλέπουμε καθαρά, ότι για κάμποσα εκατόχρονα ως τα μέσα του ΙΑ΄ αιώνα το Βυζαντινό κράτος υπήρξε χωρίς σύγκριση η σπουδαιότερη πολιτιστική δύναμη της Ευρώπης, κι ασφαλώς το γνώριζαν και οι ίδιοι οι Βυζαντινοί» (1).
2. «Τα παλαιότερα νομίσματα της Σκανδιναβίας μιμούνται τα βυζαντινά. Οι συγκοινωνίες μας με τη δυτική και νότια Ευρώπη σε ορισμένες περιοχές δεν ήταν τόσο συχνές όσο ήταν με τη βυζαντινή νοτιοανατολική Ευρώπη. Πιο ύστερα, όταν βρεθήκαμε ολότελα κάτω από την επιβολή της καθολικής εκκλησίας, τα πράγματα άλλαξαν και η πνευματική μας ζωή δέθηκε πιο στενά με της νοτιοδυτικής και νότιας Ευρώπης»(2).
3. «Ούτε αυτή η δυτική και νότια ευρωπαϊκή πνευματική ζωή αναπτυσσόταν εντελώς χωρίς την επίδραση της βυζαντινής, όπως φανταζόμαστε…Στην περίοδο της εικονομαχίας στο Βυζάντιο του Ζ΄ αι., όταν οι αυτοκράτορες προσπαθούσαν να βγάλουν τις εικόνες από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια, πολλοί καλόγεροι έφυγαν στη Ρώμη και διέδωσαν εκεί τη γνώση για τη βυζαντινή λογοτεχνία και τέχνη, και η νότια Ιταλία για κάμποσο καιρό ξαναγύρισε στην κυριαρχία των Βυζαντινών. Τον ΙΑ΄ αι., ένας ηγεμόνας στο Μόντε Κασσίνο , που ήταν ακόμη από τα σπουδαιότερα μοναστήρια της Ιταλίας, έφερε μερικούς Έλληνες ζωγράφους για το στόλισμα του καθολικού. Και στη Βενετία η καλλιτεχνική επίδραση του Βυζαντίου ήταν ισχυρή ως τον ΙΔ΄ αι.» (3).
4. «Η πνευματική ακτινοβολία του Βυζαντίου προς την Ευρώπη στάθηκε σπουδαία, ενώ δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για πνευματική επίδραση από τη δυτική Ευρώπη πριν από τα 1200 περίπου»(4).
5. «Θέλοντας να γράψω μια έκθεση πάνω στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, άρχισα να μελετώ βαθύτερα τη βυζαντινή λογοτεχνία, και ένιωσα με την ευκαιρία αυτή πολλές ευχάριστες εκπλήξεις. Έπειτα προσπάθησα να ενημερωθώ στην τωρινή κατάσταση των ιστορικών ερευνών, και πρόσεξα πως και η ιστορική επιστήμη έφτασε σε μια πιο δίκαια αντίληψη της σημασίας και της προσφοράς των Βυζαντινών. Τους πλησίασα ξεκινώντας όχι με βάση τη μεσαιωνική ιστορία της Δύσης, μήτε τη νεοελληνική εποχή, παρά από την αντίθετη μεριά, την αρχαιότητα. Τέλος θέλω να επαναλάβω ότι Βυζαντινοί μεταβίβασαν τον αρχαίο πολιτισμό, δεν τον διέλυσαν, και το μετέδωσαν σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από το δυτικό κόσμο στο διάστημα του Μεσαίωνα» (5).
Και στην τελευταία αυτή παρατήρησή του ο Σουηδός επιστήμονας έχει απόλυτο δίκαιο, γιατί δεν ήταν μόνο η Ευρώπη που ποικιλότροπα ωφελήθηκε από το Βυζάντιο. Και οι ’ραβες του χρωστούν πολλά. Τα καταγράφει προσκομίζοντας πλούσια αποδεικτικά στοιχεία ο Αιγύπτιος Ελληνιστής ’λυ Νουρ στη διδακτορική του διατριβή «Το Κοράνιον και το Βυζάντιον », που κυκλοφόρησε το 1970. Συνοψίζουμε τα πιο σημαντικά:
1. «Ο χριστιανικός κόσμος εβασίζετο τότε κυρίως εις τα ελληνικά γράμματα, ένεκα της βυζαντινής εκκλησίας. Η βυζαντινή εκκλησία ετροφοδότει τας άλλας εκκλησίας της Αφρικής και της Ασίας με ιεραπόστολους, επισκόπους και άλλους κληρικούς. Αλλά και στους αιρετικούς ακόμη η βυζαντινή εκκλησία εφοδίαζε δια πλείστων θρησκευτικών και επιστημονικών στοιχείων, ορισμοί των οποίων έμειναν απαραλλάκτως εις πολλάς ξένας γλώσσας. Εις την αραβικήν διάλεκτον της Υεμένης ενεφανίζοντο λέξεις με καθαρώς ελληνικάς ρίζας. Η δε αραμαϊκή , ήτις μετωνομάσθη συριακή κατά τους βυζαντινούς αιώνας, περιέχει ικανά στοιχεία μαρτυρούντα μεγάλη ελληνικήν επίδρασιν ». (6).
2. «Εξ αιτίας της εξαπλώσεως του Χριστιανισμού και των στενών σχέσεων προς το Βυζάντιον , όχι μόνον οι Αραμαίοι αλλά και οι Πέρσαι και οι Ινδοί και άλλοι λαοί ήλθον εις επαφήν με τα ελληνικά γράμματα» (7).
3. «Υπάρχει φιλολογική σχέσις μεταξύ του κορανικού κειμένου και του ελληνικού της Αγίας Γραφής. Βάσει αυτής της σχέσεως είναι εύκολον να ανιχνεύσωμεν την κορανικήν απόδοσιν των κυριωτέρων θεμάτων άτινα επλούτισαν την αραβικήν γλώσσαν και εδημιούργησαν ενδιαφέρον δια τα ελληνικά γράμματα» (8). Οι επιδράσεις αυτές αναφέρονται κυρίως στο ζήτημα της δημιουργίας του κόσμου, στο ζήτημα της Δευτέρας Παρουσίας, σε Προφήτες και Αποστόλους.
4. «Εκτός των θεμάτων της Αγίας Γραφής υπάρχουν εις το Κοράνιον θρησκευτικοί θρύλοι και αγιολογικαί παραδόσεις, αίτινες ευκόλως παραλληλίζονται προς γραφέντα προ του Ισλάμ ελληνικά κείμενα (9). Τα κείμενα αυτά είναι η ψευδοκαλλισθένειος φυλλάδα (Θρύλοι του Μεγαλέξαντρου ), βυζαντινοί νόμοι και ασκητικά κείμενα, βίοι αγίων, ύμνοι και πατερικοί λόγοι.
5. «Είναι δυνατόν να ανιχθευθούν εις το κορανικόν κείμενο αι εξής αραβοελληνκαί λέξεις: χυντάρ - ύδωρ, χούντα-ωδή, χουτ -κήτος, τ(θ) ούγκρα -θύρα, δέφυρα -γέφυρα, ιγγίλ - ευαγγέλιον , ιβλίς -διάβολος, ουαρ (ι)κ- αργύριον , σουρ -συσσωρεύω, Φε (ι) ρντάους -Παράδεισος, Μαγούς -Μάγοι, Γκιν -Γεν (πνεύμα ή αόρατον ή καλυπτόμενον δια μανδύου ), κιρτάς -χάρτης, κιστ - justus (δίκαιος), κιστάς - ευθύτης , ζυγός, δικαιοσύνη, ζούχρουφ -ζωγραφική, μιθάκ -η ρίζα, θακ -θήκη, διαθήκη, χουάρι -ιερεύς, νούχα -νους, μπουργκ -πύργος, κούρα-χώρα, θάρα - terra (γη), Ιουνάς -Ιωνάς, ντία -φως Διός, Θεός, λάμψις κ.λπ.» (10).
6. «Μεταξύ των καλλιγράφων, οίτινες έδωσαν εις την αραβικήν γραφήν τους γνωστούς μέχρι σήμερον χαρακτήρας, αναφέρεται το όνομα του Αμντ ερ Ρούμι (:ο Ρωμαίος), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι και πλείστοι άλλοι δεν ήσαν Ρωμαίοι, εφ' όσον αι τέχναι αι σχετικαί με τα βιβλία ήσαν ανεπτυγμέναι εις το Βυζάντιον » (11).
7. Ελληνικής καταγωγής υπήρξαν πολλοί ’ραβες γραμματικοί, ερμηνευτές του Κορανίου, ιστορικοί και νομικοί (12).
8. «Η ελληνική φυσιογνωμία διαφαίνεται και εις τα αραβικά γράμματα επί 14 αιώνας και αποτελεί μέχρι σήμερον παρθένον και αξιόλογον θέμα ερεύνης » (13).
Ο ’λυ Νουρ κατακλείει τη μελέτη του με τους στίχους « ενός μεγάλου δι' ημάς ποιητού , όστις έζησε την ιστορικήν ελληνοαραβικήν ανάμειξιν », του Ιμπν ερ -Ρούμι (: ο γιος του Ρωμαίου). Αξίζει να τους μεταφέρωμε στην ζωντανή μας γλώσσα:
Εμείς, τα παιδιά της Ελλάδας
τη σοφία μονοπωλούμε,
τη δόξα, αλλά και την ανδρεία.
Ένας από τους Μαουάλι είμαι,
Όμως η καταγωγή μου είναι
το ένδοξο Βυζάντιο.
Πατέρες έχω τον Θεόφιλο
και τους σοφούς Έλληνες.
Δεν με γέννησε Ράβαι της ερήμου
ούτε κανένας απ' τους νομάδες.
Είμαι παιδί του Ίωνα,
του πατέρα των βασιλιάδων.
Η θέση μου πρέπει
νάναι ψηλά κοντά στους βασιλιάδες.
Κατέχω τη διάνοια και την κρίση
και στη γλώσσα των Αράβων, για να γίνω κριτής.
Μου ταιριάζει να γίνω ηγέτης
και στα γράμματα κριτής.
Οι στίχοι αυτοί μιλάνε πιο εύγλωττα από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και για τη βυζαντινή επίδραση και για την ακτινοβολία του Βυζαντίου στους ’ραβες. Τεράστια, εξ άλλου, και ευρύτατα γνωστή υπήρξε η εκπολιτιστική του προσφορά στους Ρώσους και στους Σλάβους, στους οποίους μετέδωσε μέσω της Εκκλησίας την τέχνη και άλλα πολιτιστικά στοιχεία. Χαρακτηριστικά είναι όσα ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βλάσιος Φειδάς , που έχει ιδιαίτερα ασχοληθή με τις βυζαντινές επιδράσεις στους σλαβικούς λαούς, παρατηρεί στη διδακτορική του διατριβή « Ἡ πρώτη ἐν Ρωσίᾳ ἐκκλησιαστική ἱεραρχία καί αἱ ρωσικαί πηγαί »:
«Η από του Βυζαντίου αποδοχή του Χριστιανισμού υπό των Ρώσων ωδήγησε τούτους εις την σφαίραν της εκκλησιαστικής του Βυζαντίου επιδράσεως και εχάραξε τα μελλοντικά πεπρωμένα του ρωσικού λαού...Δια της διαδόσεως του Χριστιανισμού παρά τοις βαρβάροις λαοίς, ούτοι περιήρχοντο αποφασιστικώς εις την σφαίρα των βυζαντινών επιδράσεων, του βυζαντινού πολιτισμού, του βυζαντινού πνεύματος, και καθίσταντο, εκτός τινών εξαιρέσεων, στενοί φίλοι της Αυτοκρατορίας»(14).

(1) ’λμπερτ Βίφστραντ : Δύο μελετήματα, μτρφ. Α. Μυστακίδη, Ελληνοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη, 1966, σελ. 48.
(2) οπ . παρ. σελ. 50.
(3) οπ . παρ. σελ. 51.
(4) οπ . παρ. σελ. 53.
(5) οπ . παρ. σελ. 64.
(6) ’λυ Νουρ , Το Κοράνιον και το Βυζάντιον , Αθήναι, 1970, σελ. 45.
(7) οπ . παρ. σελ. 46.
(8) οπ . παρ. σελ. 54.
(9) οπ . παρ. σελ. 63.
(10) οπ . παρ. σελ. 78-79.
(11) οπ . παρ. σελ. 86.
(12) οπ . παρ. σελ. 85-91
(13) οπ . παρ. σελ. 94.
(14) Βλ. Ιω . Φειδά : Ἡ πρώτη ἐν Ρωσίᾳ ἐκκλησιαστική ἱεραρχία καί αἱ ρωσικαί πηγαί , Αθήναι, 1966, σελ. 11 κ. ε.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Η φοβερή προφητεία στον τάφο του Μεγάλου Κωνσταντίνου



Ο τάφος αυτός είναι στον Ναό των Αγίων Αποστόλων της Βασιλεύουσας. Για πάνω από 1.000 χρόνια το κείμενό της παρέμενε ένα μεγάλο μυστήριο. Το αποκρυπτογράφησε ο Γεννάδιος Σχολάριος ο μετέπειτα Πατριάρχης 13 μόλις χρόνια πριν από την αποφράδα μέρα της Άλωσης της Πόλης. Το κείμενο της επιγραφής-προφητείας, όπως ακριβώς βρέθηκε πάνω στην πλάκα του μνήματος, ήτανε αυτό:

Τ. πτ. τ. ιδτ. Η βελ. τ. ιμλ. Ο Κλμν. μαμθ. μ. δ. ν. τρπσ. γν. τ. πλολγ. τ. επτλφ. κρτσ. εσθ. βελε. εθν. ππλ. κτξ. κ. τ. νσ. ερμσ. μχρ. τ. εξν. πτ. ιστργτν. πθσ. τ. ινδκτ. πλυσ. κτδ. τ. εντ. τ. ιδκτ. ε. τβρ. τ. μρ. μλ. δ. ν. στρτσ. τ. δκτ. τ. ιδκτ. τ. δμτ. τρπσ. πλ. επστψ. ετ. χν. τ. δμτ. πλμ. εγρ. μγ. μρκτ. στρβν. κ. τ. πλθ. κ. τ. φλ. σνδ. τ. επρ. δ. θλσ. κ. ξρ. τ. πλμ. σνω. κ. τ. ισμλ. τρπσ. τ. απγν. ατ. βσλσ. ελτ. μκρ. ολγ. τ. δ. ξθ. γν. αμ. μτ. τ. πκτρ. ολ. ιμλ. τπσ. τ. επλφ. επρο. μετ. τ. πρμ. ττ. πλμ. εγρ. εφλ. ηγρων. μχ. τ. ππτ. ωρ. κ. φν. βσ. ττ. στ. στ. μτ. φβ. σπστ. πλ. σδω. ε. τ. δξ. τ. μρ. αδ. ερτ. γν. θμστ. κ. ρμλο. ττ. εξτ. δσπυ. φλ. γ. εμ. υπχ. κ. ατ. πρλβτ. θλμ. εμ. πλρτ.

Το αινιγματικό κείμενο της επιγραφής-προφητείας όπως το αποκωδικοποίησε το 1440 ο Γεννάδιος Σχολάριος έχει ως εξής:

Τη πρώτη της Ινδίκτου, η βασιλεία του Ισμαήλ ο καλούμενος Μωάμεθ, μέλλει δια να τροπώση γένος των Παλαιολόγων, την Επτάλοφον κρατήσει, έσωθεν βασιλεύσει, έθνη πάμπολα κατάρξει, και τας νήσους ερημώσει μέχρι του Ευξείνου Πόντου. Ιστρογείτονας πορθήσει τη ογδόη της Ινδίκτου, εις τα βόρεια τα μέρη μέλλει δια να στρατεύση τη δεκάτη της Ινδίκτου τους Δαλμάτας τροπώσει, πάλιν επιστρέψει έτι χρόνον, τοις Δαλμάτοις πόλεμον εγείρει μέγαν μερικόν τε συντριβήναι και τα πλήθη και τα φύλα συνοδή των εσπερίων δια θαλάσσης και ξηράς τον πόλεμον συνάψουν, και τον Ισμαήλ τροπώσουν. Το απόγονον αυτού βασιλεύσει έλαττον μικρόν ολίγον. Το δε ξανθόν γένος άμα μετά των πρακτόρων όλον Ισμαήλ τροπώσουν, την Επτάλοφον επάρουν μετά των προνομίων. Τότε πόλεμον εγείρουν έμφυλον ηγριωμένον, μέχρι της πεμπταίας ώρας και φωνή βοήσει τρίτον, στήτε, στήτε, στήτε, μετά φόβου σπεύσατε πολλά σπουδαίως εις τα δεξιά τα μέρη άνδρα εύρητε γενναίον θαυμαστόν και ρωμαλέον, τούτον έξετε. Δεσπότην, φίλος γαρ εμού υπάρχει. Και αυτόν παραλαβόντες, θέλημα εμού πληρούται.

Η επιγραφή-προφητεία του τάφου του Μεγάλου Κωνσταντίνου αφορά σε γεγονότα 17 ολόκληρων αιώνων! Από την εποχή του Κωνσταντίνου (4ος αιώνας μ.Χ.) μέχρι και… την δική μας! Προλέγει την ακμή και την εξάπλωση των Μογγόλων-Τούρκων (οθωμανική αυτοκρατορία) και την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Προλέγει την νίκη των Ασιατών  επί των Βόρειων λαών (τους Δαλμάτας τροπώσει – Δαλμάτες ήτανε οι λαοί που ζούσανε πάνω από τον Δούναβη). Προλέγει δηλαδή την πολιορκία της Βιέννης από τους Μογγόλους-Τούρκους το 1683. Αλλά προλέγει και την συντριβή τους στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913 "και τα πλήθη και τα φύλα συνοδή των εσπερίων δια θαλάσσης και ξηράς τον πόλεμον συνάψουν και τον Ισμαήλ τροπώσουν". Τέλος, επαληθεύτηκε και η ίδρυση της νέας Τουρκίας πάνω στις στάχτες της οθωμανικής αυτοκρατορίας υπό τον  Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ ( το απόγονον αυτού βασιλεύσει έλαττον μικρόν ολίγον )…

Μέχρι αυτό το σημείο η προφητεία της θαυμαστής επιγραφής επαληθεύτηκε απόλυτα! Μένει τώρα να επαληθευτεί και το υπόλοιπο μέρος της, που αρχίζει από την φράση «Το δε ξανθόν γένος άμα μετά των πρακτόρων όλον Ισμαήλ τροπώσουν και τελειώνει στο θέλημα εμού πληρούται». Ως Ισμαήλ στο Βυζάντιο αναφέρονταν στους Μογγολότουρκους-Μουσουλμάνους και βέβαια ξανθό γένος είναι οι Ομόδοξοί μας οι Ρώσοι! Είναι ξεκάθαρο το μήνυμα της προφητείας που είναι πάνω στο μνήμα του Κωνσταντίνου του Μεγάλου. Μιλάει για την συντριβή των Τούρκων από την Ρωσία και τους δορυφόρους της ( πράκτορες στο κείμενο) σε έναν πόλεμο που θα γίνει  σύντομα! Προλέγει πως η Κωνσταντινούπολη θα κυριευθεί από τους Ορθόδοξους Ρώσους «Το δε ξανθόν γένος άμα μετά των πρακτόρων όλον Ισμαήλ τροπώσουν, την Επτάλοφον επάρουν μετά των προνομίων». Από εκεί και πέρα θα ακολουθήσει και θα γίνει φοβερός πόλεμος "Τότε πόλεμον εγείρουν έμφυλον ηγριωμένον" τον οποίον θα σταματήσει ο ίδιος ο Θεός ορίζοντας ταυτόχρονα τον εκλεκτό Του ως Βασιλέα. «μέχρι της πεμπταίας ώρας και φωνή βοήσει τρίτον, στήτε, στήτε, στήτε, μετά φόβου σπεύσατε πολλά σπουδαίως εις τα δεξιά τα μέρη άνδρα εύρητε γενναίον θαυμαστόν και ρωμαλέον, τούτον έξετε. Δεσπότην, φίλος γαρ εμού υπάρχει. Και αυτόν παραλαβόντες, θέλημα εμού πληρούται.»