Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

«Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ» του Βασιλείου Κ. Αποστόλου


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
  ΠΡΟΛΟΓΟΣ
1.       Η φύση και η ταυτότητα του Βυζαντίου
2.       ΡΩΜΑΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣ ΑΝΑΤΟΛΑΣ
3.      Η απαρχή της νέας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 3ος και 4ος αιών
4.      Οι Βάσεις της νέας Ελληνικής και Χριστιανικής Αυτοκρατορίας
5.      Η ιστορική πορεία του Βυζαντινού κράτους
6.      Η πορεία της αυτοκρατορίας προς τον εξελληνισμό
7.      Ο Ελληνισμός του Βυζαντίου και ο Χριστιανισμός (Έλληνο-χριστιανικός πολιτισμός
8.      Η Εκκλησία ως θεματοφύλακας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
9.      ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ: Η επικράτηση του Ελληνικού Έθνους
10.  Επίλογος
11.   Βιβλιογραφία


    [Μικροί σχολιασμοί: Λόγω της κρίσης που περνάει ο τόπος μας, συνειδητά επέλεξα στο παρακάτω πόνημα να συμπεριλάβω, μέσα από τις νεώτερες ιστορικές αναφορές των βυζαντινολόγων του 21ου αιώνα, με σεβασμό  στην πνευματική κληρονομιά που παρέδωσε ο Ελληνισμός στην Δύση, και  να περιβάλω  μερικές ιστορικές αναφορές που καταστούν και συνδέουν το Βυζάντιο με την Ευρώπη (την πολιτική και πολιτιστική της ταυτότητα), και πόσα δανείστηκε από την ελληνορθόδοξη αυτή Βυζαντινή Αυτοκρατορία των 11 αιώνων. Θεωρώ ωσάν ελάχιστο καθήκον μου τις αναφορές (εμβόλιμα) για τον πολιτισμό μας σε σχέση με την δύση, που συνέχισε να παράγει ανελλιπώς πνεύμα και τέχνη προς την Ευρώπη των σκοτεινών χρόνων του τότε  Μεσαίωνα].        



ΠΡΟΛΟΓΟΣ
 Το Βυζάντιο το Ρωμαϊκό κράτος της Χριστιανικής ανατολής μας δείχνει ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για μία νέα φάση της ρωμαϊκής ιστορίας. Διαμορφώνεται από τον ελληνικό πολιτισμό και τις παραδόσεις του. Της ελληνικής γλώσσας μεταθέτοντας το πολιτικό κέντρο και το αχανές κράτος στην εξελληνισμένη Ανατολή. Η οποία με την ακλόνητη  χριστιανική πίστη στην Ορθοδοξία σμίγοντας  κάλλιστα με του θεσμούς της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας,  ταυτόχρονα εγκολπώνοντας την Ρωμαϊκή  πολιτική θεωρεία και τους νομικούς κανόνες. Η Ελληνική Βυζαντινή αυτοκρατορία έδωσε  κατά τη διάρκεια της ακατάπαυστης και αγωνιώδους προσπάθειας επιβίωσής της τις μάχες, ωσάν ο προμαχώνας της χριστιανικής Ευρώπης για χίλια και πλέον έτη, προστατεύοντάς την από επιδρομές βαρβάρων, επιδρομές οι οποίες ήταν ικανές να διαγράψουν τελείως την πολιτιστική ταυτότητα της Ευρώπης πού γνωρίζουμε σήμερα. Επίσης το κράτος του Βυζαντίου ήταν ο θεματοφύλακας της Ελληνικής γλώσσας και της πνευματικής κληρονομιάς των Αρχαίων Ελλήνων. Αν δεν είχαν αντιγραφεί τα χιλιάδες έργα των αρχαίων σοφών και είχαν παραδοθεί στο έλεος των ασιατών εισβολέων, ελάχιστα θα γνωρίζαμε για τις αρχαίες επιστήμες,  την αρχαία φιλοσοφία και τις φωτισμένες αλήθειες της τέχνης και του πολιτισμού τους.
  (Serge Berstein, Pierre Milza Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία», 5ος έως 18ος Αιώνας» 1997 εκδ. Αλεξάνδρεια σελ 55-58). Ο Ελληνορωμαϊκός πολιτισμός καλλιέργησε τα Γράμματα και τις Τέχνες, κατά συνέχεια του Ελληνικού αρχαίου πολιτισμού. Διατήρησε και διέσωσε και δημιούργησε νέα νομοθετική και κοινωνική πολιτιστική κληρονομιά με προεξάρχουσα την παιδεία σε όλες της μορφές, την ελληνική γλώσσα το ελληνορθόδοξο χριστιανικό πνεύμα «Το Βυζάντιο υπήρξε ο πολιτισμικός πρόδρομος του Ευρωπαϊκού και Αμερικανικού πολιτισμού, διετήρησε και διεφύλαξε όλον τον πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων καταδεικνύοντας ότι η ιστορία του Βυζαντίου είναι η ιστορία του Μεσαιωνικού Ελληνισμού.»). 



  1. Η φύση και η ταυτότητα του Βυζαντίου
 Το Βυζάντιο ως ανατολικό κομμάτι της Δύσης και της πρώην Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας απορροφά ταυτόχρονα νομοθετικούς θεσμούς αλλά περισσότερο αποβάλλοντας κάθε ρωμαϊκό πρότυπο επιβάλλοντας (γλώσσα, κοινωνικά ήθη, διοίκηση, νομοθεσία και άπειρο πνευματικό έργο), όπου αναδεικνύεται μια ελληνική αυτοκρατορία,  με νέους νομοθετικούς Κώδικες μια αυτοκρατορία χριστιανική ορθόδοξη, ιδιαίτερα τον 7ο αιώνα η Βυζαντινή αυτοκρατορία αναδιπλώνεται στη Μικρά Ασία, την Ελλάδα τη Θράκη. (Αυτοκρ. Θεοδόσιος). Γίνεται έτσι μια πραγματικά ελληνική αυτοκρατορία, με την ελληνική γλώσσα να διαπνέεται από τα πατερικά κείμενα,  ενώ ταυτόχρονα εγκαταλείπει την Ιταλία στους Λομβαρδούς, τη δυτική Ασία στους Άραβες, ένα μέρος των Βαλκανίων στους Σλάβους. Από της εποχής του Κωνσταντίνου με την εγκατάσταση της πρωτεύουσας στο αρχαίο Βυζάντιο την Κωνσταντινούπολη την κατέστησε από το 313 μ.Χ. αυτόματα κέντρο της  χριστιανικής αυτοκρατορίας που θα παραμείνει βαθειά σημαδεμένη από την θέληση αυτή και θα επωμισθεί το ρόλο του θεματοφύλακα της οικουμενικής ορθοδοξίας,   διαρρηγνύοντας οριστικά τους δεσμούς με την χριστιανοσύνη της Δύσης τον 11ο και μετά αιώνα
   Ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, όπως γεννήθηκε στην Ελλάδα των πόλεων για να διαδοθεί με τις ρωμαϊκές κατακτήσεις στις περιοχές που ενσωμάτωσε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αποτελεί το κοινό θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομεί το πεπρωμένο της η Ευρώπη.

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι του Βυζαντίου και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της σύγχρονης Εκκλησίας˙ ομοιότητες και διαφορές


Ο εντοπισμός των ομοιοτήτων και των διαφορών μεταξύ των Οικουμενικών Συνόδων του λεγομένου Βυζαντίου και της επικείμενης Αγίας και μεγάλης Συνόδου της σύγχρονης Ορθόδοξης Εκκλησίας, θα μας βοηθήσει επαρκώς για να καταλάβουμε τις ιστορικές αλλαγές που προέκυψαν αυτά τα χίλια χρόνια, στην διάρκεια των οποίων δεν έγινε σχεδόν μία ανάλογη Σύνοδος στο χώρο του Ανατολικού Χριστιανισμού. Παράλληλα όμως θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε γιατί η επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της σημερινής Ορθοδοξίας δεν είναι Οικουμενική Σύνοδος, κατά τη δήλωση άλλωστε του ίδιου του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γαλλίας κ. Εμμανουήλ, ως εκπροσώπου του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, σε επίσημη παρουσίαση – ενημέρωση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην αίθουσα τελετών της Πατριαρχικής Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης (δύο μήνες πριν τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου), παρότι έχει κοινά σημεία με τις βυζαντινές Οικουμενικές Συνόδους. Η παρούσα ανακοίνωσή μας θα κινηθεί σε αυτό το πλαίσιο εντοπίζοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές των δύο κόσμων.
sinodos-kriti2-1021x576
Επαρχία
Για να κατανοήσουμε την πρώτιστη βασική διαφορά μεταξύ των Οικουμενικών Συνόδων του λεγομένου Βυζαντίου και της επικείμενης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της σύγχρονης Ορθοδοξίας, νομίζω πως είναι ανάγκη, καταρχήν, να εντοπίσουμε το ακριβές περιεχόμενο του όρου «εκκλησιαστική επαρχία», στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και σήμερα. Στο λεγόμενο Βυζάντιο δεν ήταν εφικτό μία εκκλησιαστική «επαρχία» να οριοθετηθεί γεωγραφικά, σε συγκεκριμένο τόπο, όπως συμβαίνει σήμερα, γιατί η αυτοκρατορία ήταν αχανέστατη. Γι’ αυτό η αυτοκρατορία δεν είχε γεωγραφικά «Σύνορα», παρά μόνο «Τείχη» σε κάθε πόλη ξεχωριστά, με ευθύνη της ίδιας της πόλεως, αναλόγως τη δύναμη και την οικονομική και στρατιωτική παρουσία της πόλης. Υπάρχουν πατερικά κείμενα, αλλά και οι βίοι των αγίων στην «Παρακλητική» της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας, συναξάρια που περιγράφουν τα «Τείχη» μεγάλων βυζαντινών πόλεων και την «τάφρο» ως επιπλέον προστασία, μπροστά από τα «Τείχη», τις αιρέσεις που προέρχονταν εκτός των «Τειχών» (π.χ. η Κωνσταντινούπολη για την Αλεξάνδρεια) ή εντός των Τειχών (από τον ίδιο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως), μια πραγματικότητα που διαμόρφωνε διαφορετικά τη ζωή τους, σε σχέση με τη σύγχρονη. Επειδή στερούνταν γεωγραφικών συνόρων, οι μοναδικοί συνεκτικοί δεσμοί της αυτοκρατορίας, που αντικαθιστούσαν την έλλειψη των γεωγραφικών συνόρων και μπορούσαν επαρκώς να ενώσουν την αυτοκρατορία, ήταν η α) ελληνική γλώσσα και β) ο χριστιανισμός. Ο χριστιανισμός θα πρέπει να θεωρηθεί ενοποιητικός άξονας μετά το 381 μ.Χ., δηλαδή την επίσημη αναγνώρισή του από τον Μεγάλο Θεοδόσιο. Ο στρατός του αυτοκράτορα ήταν πάντοτε μισθοφορικός, γιατί λόγω της τεράστιας εκτάσεως, αίσθηση πατρίδος δεν έδινε η γεωγραφία, ο συγκεκριμένος τόπος, αλλά πρωτίστως η ελληνική γλώσσα και το χριστιανικό δόγμα˙ δευτερευόντως η γεωγραφία. Από οποιοδήποτε μέρος στρατολογούσε πολεμιστές που τους προσείλκυε με μισθό, εφόσον δεν ήταν από τη συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση, αρκεί να μιλούσαν τα ελληνικά και να ήταν χριστιανοί. Αυτό είχε ως θετικό αποτέλεσμα ο ελληνισμός να γίνει πολύ δυνατός, γιατί καθώς δεν έμενε σε γεωγραφικά στεγανά, μπορούσε να αφομοιώνει στοιχεία από παντού και να τον ασπάζεται όλος ο τότε γνωστός κόσμος, είχε όμως και το επικίνδυνο στοιχείο να απειλείται ανά πάσα στιγμή με αφανισμό, καθώς δεν είχε την ασφάλεια των δικών του γεωγραφικών συνόρων.
Κάθε φορά που συγκαλούνταν στο Βυζάντιο μία Οικουμενική Σύνοδος, προσκαλούνταν οι επίσκοποι από τα πέρατα της αυτοκρατορίας, οι οποίοι ήταν επαρχιούχοι, όχι όμως με αποσαφηνισμένα τα γεωγραφικά όρια της επαρχίας τους. Σήμερα τα σύνορα των επαρχιών μπορούν να αποσαφηνισθούν πλήρως, ειδικά όταν η εκκλησία είναι πλήρως αναγνωρισμένη από την εκάστοτε πολιτεία, καθώς τα σύγχρονα κράτη δεν είναι αυτοκρατορίες, αλλά πρωτίστως γεωγραφικές εκτάσεις των εθνών (εθνικά κράτη), μία πρακτική που προήλθε από τη φεουδαρχία του δυτικού μεσαίωνα. Στη Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν ήταν δυνατό να αποσαφηνισθεί ακριβώς η επαρχία του Γάγγρας, του Βεροίας και του Εδέσσης στην Μεσοποταμία, ή του Εμέσης, εκτός αν ήταν μία πολύ μεγάλη πόλη με τεράστια δύναμη, η οποία θα έχτιζε και τεράστια «Τείχη». Αλλά ακόμα και εκεί παραμόνευε ο κίνδυνος, όπως πήγε να συμβεί με την Κωνσταντινούπολη από την απειλή των Αβάρων (τότε που γράφτηκε ο περίφημος Ακάθιστος Ύμνος) και μάλιστα τον 7ο αιώνα, όταν ακόμα βρίσκονταν η αυτοκρατορία στην ακμή της, πριν φανεί καθαρά η μελλοντική κατάρρευσή της.
(συνεχίζεται)

[1] Εισήγηση που ανακοινώθηκε στον Επιστημονική Διημερίδα, την οποία οργάνωσαν η Πατριαρχική Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης και το Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου και πραγματοποιήθηκε στην Πατριαρχική Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης κατά τη 15η και 16η Μαΐου 2016.
[2] Θα μπορούσαμε ίσως να θεωρήσουμε ως εξαίρεση τη Σύνοδο του 879/880 που έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη καθώς αναγνώρισε ως Οικουμενική τη Σύνοδο του 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας, σχετικά με την Εικονομαχία. Ανάλογη Σύνοδος είναι και αυτή του 1482 στην Κωνσταντινούπολη, η οποία δεν αναγνώρισε τη Σύνοδο της Φλωρεντίας του 1439 και όρισε πως όσοι θα επιστρέφουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία από τη Ρωμαιοκαθολική, θα πρέπει να χρίονται με μύρο. Βλ. Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ΄, Π. Πουρναρά Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 296.

Η γένεση της ιδέας του Μοναχισμού και το Βυζάντιο By Δημήτρης Καλαντζής






του Δημήτρη Καλαντζή. 
Ο μοναχισμός αποτέλεσε την εξέλιξη ενός κινήματος λαϊκών (δηλαδή όχι κληρικών), που από τα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού ζούσαν κατά ομάδες μία ζωή αυστηρή και αφοσιωμένη στη λατρεία του Χριστού, χωρίς όμως αρχικά να εγκαταλείπουν τις πόλεις και τα χωριά τους.
Η μεμονωμένη φυγή κάποιου από τον τόπο του, η «αναχώρηση», ήταν από τον πρώτο αιώνα μ.Χ. κοινό φαινόμενο στην Αίγυπτο για ανθρώπους που δεν ήταν σε θέση να πληρώνουν τους επιβαλλόμενους φόρους.
Θρησκευτικό χαρακτήρα πήρε από τον Άγιο Αντώνιο, γύρω στα 270 μ.Χ., όταν ο πλούσιος αγρότης διαμοίρασε τα υπάρχοντά του και απομονώθηκε στην έρημο για να προσευχηθεί και να παλέψει με τους πειρασμούς. Μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα, το παράδειγμα του Αγίου Αντωνίου ακολούθησαν χιλιάδες πιστοί σε Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία, Μεσοποταμία και Μικρά Ασία.
Η κοινοβιακή μορφή του μοναχισμού ιδρύθηκε στην Άνω Αίγυπτο από τον Παχώμιο με στρατιωτικά πρότυπα και αυστηρή οργάνωση της κοινής ζωής των μοναχών σε ένα μοναστήρι περιτριγυρισμένο από περίβολο που περίκλειε ένα παρεκκλήσιο, μία τραπεζαρία, ένα δωμάτιο για τους αρρώστους, έναν ξενώνα και ξεχωριστά κελιά για τους μοναχούς, που σε όλες τους τις δραστηριότητες έπρεπε να κρατούν απόσταση περίπου μισού μέτρου μεταξύ τους. Σκοπός του Παχωμίου ήταν να τραβήξει κοντά του απλούς ανθρώπους, στους οποίους προσέφερε συντροφικότητα και ένα ελάχιστο επίπεδο υλικής ασφάλειας.
Η κοινοβιακή οργάνωση του μοναχισμού ανησύχησε την κατεστημένη εκκλησία, αφού οι μοναχοί / λαϊκοί επιζητούσαν την τελειότητα και την ένωση με τον Θεό, όχι μέσω της εκκλησίας και της οργανωμένης δομής της, αλλά έξω από αυτήν, κερδίζοντας τον σεβασμό του κόσμου που αναγνώριζε ότι με την αυτοθυσία και το διαρκές πένθος τους, κατακτούσαν την ελευθερία από τα πάθη (απάθεια) και συνεπώς οι προσευχές τους ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικές.
O Άγιος Αθανάσιος, επίσκοπος Αλεξανδρείας ανέλαβε να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ Εκκλησίας και Μοναχισμού συγγράφοντας τον Βίο του Αγίου Αντωνίου, με τέτοιο τρόπο που να τονίζεται ο (πραγματικός ή υποθετικός) σεβασμός του ερημίτη στην Εκκλησία.
Τον 5ο και τον 6ο αιώνα παρατηρείται το απόγειο του μοναστικού κινήματος. Με την εύνοια των αυτοκρατόρων και την ενθάρρυνση των επισκόπων αναδεικνύονται ως «χριστιανοί φιλόσοφοι» ηγούμενοι και ασκητικές μορφές της εποχής.
«Στυλίτες» (στέκονται επί μήνες πάνω σε έναν στύλο που συνεχώς ψηλώνει για να φτάσει στο Θεό) και «βοσκοί» (τρέφονται μόνο με χόρτα και φρούτα) αντιμετωπίζονται ως λαϊκοί ήρωες από ένα κοινό που θέλει να μάθει τα πάντα για αυτούς διαβάζοντας για τις ζωές και τα διδάγματά τους.
Σπουδαίες μορφές όπως ο Θεόδωρος Στουδίτης, που καταγόταν από επιφανή οικογένεια δημοσίων υπαλλήλων με καλή μόρφωση και πολλές διασυνδέσεις, μετατρέπει τη μονή του σε πνευματικό κέντρο μελέτης και αντιγραφής σημαντικών βιβλίων.
Ύστερα από την δοκιμασία της εικονομαχίας, όπου οι μονές τάσσονται υπέρ των εικονολατρών και αντιμετωπίζονται με μεγάλους διωγμούς, παρατηρείται μία μεγάλη ανάπτυξη στην οικοδόμηση μοναστηριών και ισχυροποίηση της οικονομικής τους θέσης.

Τι είναι η Ρωμηοσύνη, Φώτη Κόντογλου [κείμενο]


....Το Βυζάντιο στάθηκε αληθινά «σημείον αντιλεγόμενον» μέσα στην ιστορία, ένα πράγμα που βρίσκεται έξω από τον τύπο που έχουν τα συστήματα της ανθρώπινης κοινωνίας.
Το Βυζάντιο γι' άλλους ήτανε πολύ σπουδαίο, όχι μονάχα στη θρησκευτική ζωή, αλλά και στην κοσμική, ένας παραμυθένιος κόσμος, ενώ γι' άλλους πάλι ήτανε η παραμόρφωση του αρχαίου κόσμου. Αυτοί όμως που το θεωρήσανε σαν παρακμή της αρχαιότητας, το κρίνανε με κάποια μέτρα που είναι αταίριαστα με αυτό που κρίνανε.
Το Βυζάντιο ήτανε ένα φαινόμενο στο έπακρο ιδιόρρυθμο.
..........................................................................................................................................
Οι άνθρωποι που ζούσανε στο Βυζάντιο, μ' όλο που πολλοί απ' αυτούς βαστούσανε από το ίδιο το αρχαίο ελληνικό αίμα κ' είχανε την ελληνική παιδεία, ήτανε όμως ολότελα άλλοι, «άνθρωποι καινοί», «λαλούντες γλώσσαις καινές».
..........................................................................................................................................
Ενώ η αρχαία τέχνη ήτανε βασισμένη απάνω στο μέτρο και στις αναλογίες, η τέχνη των Βυζαντινών δεν γνώριζε τέτοιο μέτρο, γιατί ζητούσε να βρει έκφραση για πράγματα που δεν χωρούνε στα τυπικά μέτρα, όπου περιορίζεται η απόδοση του φυσικού κόσμου, ας είναι κ' η πιο παθητική κ' ενθουσιώδης.
Λοιπόν το Βυζάντιο είναι ένα μεγάλο πράγμα. Είναι ο καιρός και ο τόπος που ζούσανε οι άνθρωποι με τον πόθο του υπερφυσικού, της αιωνιότητας. Γι' αυτό έχει αυτή την παράξενη και μυστηριώδη ιδιορρυθμία, που δεν τη θέλουνε οι άνθρωποι που οι πόθοι τους δεν βγαίνουνε έξω από το μέτρο κι από τον ορθό λόγο, δηλαδή που είναι κολλημένοι στην κοινοτοπία των υλικών συγκινήσεων.
Οι Βυζαντινοί πιστεύανε στα μυστήρια και στην αλήθεια που αποκάλυψε ο Χριστός, ήγουν στον θαυμαστό κόσμο που βρίσκεται πέρα από ότι πιάνουνε οι αισθήσεις και το μυαλό, ενώ ο αρχαίος σταματούσε ως εκεί. Ο Σωκράτης έκανε ένα πράγμα τη λογική του με τον Θεό, και δεν πίστευε διόλου σε ό,τι δεν παραδεχότανε το μυαλό του, δηλαδή στο θαύμα.
..........................................................................................................................................
Η αρχαιότητα είναι η βασιλεία του λογικού, ενώ το Βυζάντιο η βασιλεία της πίστεως, της πνευματικής μέθης και της αθανασίας.
..........................................................................................................................................
Όπως ο Σωκράτης δεν ένιωθε τα αντιλογικά μυστήρια που κήρυττε ο Παύλος, μ' όλον ότι έλεγε πως πιστεύει στον ένα Θεό, άλλο τόσο κι ο Πραξιτέλης κι ο Απελλής δεν θα ένοιωθαν μια βυζαντινή εικόνα, γιατί δεν είναι φτιαγμένη απάνω στον υλικό κανόνα.
..........................................................................................................................................
Ο χριστιανισμός ελέπτυνε τον «διονυσιακόν και απολλώνειον» άνθρωπον, τον έστρεψε προς το βάθος του εαυτού του, του έδωσε «πνευματικόν οφθαλμόν και πνευματικό ούς», για να ερευνά τις αβύσσους του πνεύματος και ν' ακροάζεται τα «θεία απήχηματα»............Το Βυζάντιο πρωτάνοιξε την «πύλην την κεκλεισμένην» και μπόρεσε κ' είδε ο άνθρωπος εκείνα τα θαυμάσια, που είπε ο Χριστός πως δεν μπορέσανε να τα δούνε οι σοφοί κ' οι συνετοί της αρχαιότητας.
..........................................................................................................................................
Πολλοί αρχαίοι μιλήσανε για την ματαιότητα του κόσμου, αλλά κανένας δεν την πίστεψε αληθινά, ώστε να την αφήσει, εκτός από τον Διογένη, που κι αυτός καμώθηκε ψεύτικα πως τη σιχάθηκε, μόνο και μόνο για να θρέψει τη ματαιοδοξία του. Κι έγινε «κύων», δηλαδή χειρότερος απ' ό,τι ήτανε.
..........................................................................................................................................
Γι' αυτό ο απόστολος Παύλος έλεγε πως οι εθνικοί, οι ειδωλολάτρες, ήτανε «οι μη έχοντες ελπίδα». Ενώ στο Βυζάντιο ο βασιλιάς κατέβαινε από τον θρόνο και πήγαινε στην έρημο ντυμένος παλιόρασα από γιδότριχα και χαιρότανε γιατί «ηλευθερώθη από της δουλείας της φθοράς».
..........................................................................................................................................
Όλα αυτά τα «καινά και αλλόκοτα» γινήκανε γιατί η πίστη μετατόπισε τον άνθρωπο και τους πόθους του από εκεί που βρισκότανε πριν να φανερωθεί το Ευαγγέλιο.
..........................................................................................................................................
Η Κωνσταντινούπολη ήτανε η κιβωτός της ορθοδοξίας, δηλαδή της αληθινής πίστης του Χριστού, κι οι στρατιώτες που την φυλάγανε ήτανε «θεηγόροι οπλίται παράταξεως Κυρίου». Πολλοί βασιλιάδες της θεολογούσανε και συνθέτανε ύμνους και τροπάρια, και κάμποσοι απ' αυτούς καλογερέψανε, και πεθάνανε εν μετανοία στα μοναστήρια. Το ίδιο κάνανε και πολλοί στρατηγοί, και πλήθος αμέτρητο στρατιώτες γινόντανε καλόγεροι κι ασκητάδες, και κρεμάζανε το σπαθί και το κοντάρι τους στο κελλί τους, σαν άρματα αγιασμένα που διαφεντέψανε την πίστη του Χριστού.
..........................................................................................................................................
Το παράδοξο είναι πως οι Βυζαντινοί θεωρούσανε πιο επικίνδυνους για τη θρησκεία τους, τους Φράγκους που ήτανε χριστιανοί, παρά τους Τούρκους, που ήτανε αλλόθρησκοι.............. Όλοι οι υπήκοοι του πάπα ερχόντανε στην Ανατολή ντυμένοι με προβατοπροβιά, ενώ ήτανε από μέσα λύκοι.
..........................................................................................................................................
Η Ρωμηοσύνη βγήκε από το Βυζάντιο ή, για να πούμε καλύτερα, το Βυζάντιο στα τελευταία χρόνια του στάθηκε η ίδια η Ρωμηοσύνη.
Ακόμα από τον καιρό του Φωκά φανερώνουνται καθαρά τα χαρακτηριστικά της, και στα χρόνια των Παλαιολόγων, που ψυχομαχά το βασίλειο, αντρειώνεται η βασανισμένη Ρωμηοσύνη, η καινούργια Ελλάδα. Μεγάλωσε μέσα στην αγωνία η χριστιανική Ελλάδα, γιατί ο πόνος είναι η καινούργια σφραγίδα του Χριστού. Η Ρωμηοσύνη είναι η πονεμένη Ελλάδα. Η αρχαία Ελλάδα μπορεί να ‘τανε δοξασμένη κι αντρειωμένη, αλλά η καινούργια, η χριστιανική, είναι πιο βαθειά, επειδής ο πόνος είναι ένα πράγμα πιο βαθύ κι από τη δόξα κι από τη χαρά κι από κάθε τί. Οι λαοί που ζούνε με πόνο και με πίστη τυπώνουνε πιο βαθιά τον χαραχτήρα τους στο σκληρό βράχο της ζωής, και σφραγίζουνται με μιά σφραγίδα που δεν σβήνει από τις συμφορές κι από τις αβάσταχτες καταδρομές, αλλά γίνεται πιο άσβηστη. Με μιά τέτοια σφραγίδα είναι σφραγισμένη η Ρωμηοσύνη.
Τα έθνη που ξαγοράζουνε κάθε ώρα της ζωής τους με αίμα και μ' αγωνία, πλουτίζονται με πνευματικές χάρες που δεν τις γνωρίζουνε οι καλοπερασμένοι λαοί. Αυτοί απομένουνε φτωχοί από πνευματικούς θησαυρούς κι από ανθρωπιά, γιατί η καλοπέραση κάνει χοντροειδή τον μέσα άνθρωπο. Ενώ ο πόνος κατεργάζεται τους λαούς και τους καθαρίζει, όπως καθαρίζεται το χρυσάφι με φωτιά μέσα στο χωνευτήρι. Για τούτο η δυστυχισμένη Ρωμηοσύνη στολίστηκε με κάποια αμάραντα άνθη, που δεν τ' αξιωθήκανε οι μεγάλοι κ' οι τρανοί λαοί της γής.
Ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης από την Κύπρο, στο εξαίσιο ποίημα που έγραψε για το μαρτύριο του εθνάρχου Κυπριανού κατά την επαναστάση του Εικοσιένα, βάζει στο στόμα του Κυπριανού τούτα τα λόγια, που λέγει στον Τούρκο πασά που τον δίκασε:
Η Ρωμηοσύνη είν' φυλή συνόκαιρη του κόσμου.
Κανένας δεν ευρέθηκε για να την εξαλείψει,
κανένας, γιατί σκέπει την ‘πο τάψη ο Θεός μου.
Η Ρωμηοσύνη θα χαθή όντας ο κόσμος λείψει.
Ποιος μέγας ποιητής από τα ευτυχισμένα και καλοπερασμένα έθνη που εξουσιάζουνε τον κόσμο μίλησε με τέτοια λόγια για τη φυλή του, όπως τούτος ο φτωχός κι ασήμαντος Ρωμιός;
..........................................................................................................................................
Μέσα στη βάρβαρη ανθρωπότητα, το Βυζάντιο ήτανε η κιβωτός η σφραγισμένη, που φύλαγε μέσα της κάθε πνευματικό θησαυρό, αποχτημένον με τον πόνο και με την πίστη. Σαν χάλασε αυτή η κιβωτός, και σκορπιστήκανε οι θησαυροί της, ο κόσμος θράφηκε πνευματικά από τα ψίχουλα που μαζέψανε κάποιοι Έλληνες και τα πήγανε στα δυτικά έθνη.
Ωστόσο, μ' όλο που κόπηκε το μεγάλο εκείνο δέντρο της Ρωμηοσύνης, η φύτρα σώθηκε και πέταξε καινούργιους βλαστούς, που λουλουδίσανε, κι ας πλάκωνε τον ραγιά η φοβέρα του θανάτου.

Πηγή υλικού: Ο Κόντογλου για την Ρωμηοσύνη, Αποσπάσματα από την ‘Πονεμένη Ρωμηοσύνη' του Φώτη Κόντογλου, έκδοση γ', 1976, εκδόσεις ‘Αστήρ'
Επιλογή υλικού: Αικατερίνη Διαμαντοπούλου

Βυζάντιο, Αναγέννηση, Τουρκοκρατία


1.1. Η ενδογλωσσική μετάφραση στο Βυζάντιο

Στο Βυζάντιο ο αττικισμός των λογίων δεν ευνόησε τη μετάφραση κειμένων της αρχαίας γραμματείας στην τρέχουσα γλώσσα της εποχής. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις συνέβη το εντελώς αντίθετο: κείμενα γραμμένα σε κοινή λαϊκή γλώσσα μεταφέρθηκαν σε λόγια. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Νόννου (5ος αι.) που μετέφερε το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο σε ομηρική γλώσσα και του Συμεώνος (10ος αι.), που πήρε την προσωνυμία "μεταφραστής", διότι καλλώπισε γλωσσικά βίους αγίων, μαρτύρια και συναξάρια γραμμένα σε κοινή γλώσσα.[1]
Η διδασκαλία ωστόσο αρχαιοελληνικών κειμένων στα σχολεία του Βυζαντίου υπήρξε η αιτία να χρησιμοποιηθεί το ερμηνευτικό υλικό που είχε τεθεί σε κυκλοφορία από την αρχαιότητα, αλλά και να παραχθούν πολλές "παραφράσεις" και ποικίλα ερμηνευτικά βοηθήματα για την κατανόηση του Ομήρου και άλλων, ποιητικών κυρίως, κειμένων. Στη σχολική ερμηνευτική δραστηριότητα των Βυζαντινών ανήκει η "ψυχαγωγία" των κειμένων, η συσσώρευση δηλαδή πολλών συνώνυμων λέξεων επάνω σε κάθε λέξη του αρχαίου κειμένου, οι "επιμερισμοί" και τα "σχέδη". Στους τελευταίους κυρίως βυζαντινούς αιώνες οι λόγιοι της εποχής των Παλαιολόγων (Μάξιμος Πλανούδης, Μανουήλ Μοσχόπουλος, Δημήτριος Τρικλίνιος, Θεόδωρος Μετοχίτης) επέδειξαν πλούσια φιλολογική δραστηριότητα· μεταξύ άλλων ασχολήθηκαν με τη σύγκριση χειρογράφων, τη διόρθωση και τον σχολιασμό αρχαίων κειμένων και την παράφρασή τους σε απλούστερη γλώσσα.

1.2. Η ενδογλωσσική μετάφραση στην Αναγέννηση

Στη νεότερη ελληνική ιστορία η μετάφραση των αρχαιοελληνικών κειμένων παρακολουθεί την πνευματική πορεία του Ελληνισμού. Γόνιμη μεταφραστικά υπήρξε η εποχή της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης. Σε μια πρώτη φάση της εποχής αυτής οι βυζαντινοί λόγιοι, που λίγο πριν ή αμέσως μετά την Άλωση κατέφυγαν πρόσφυγες στην Ιταλία, συνέβαλαν με τη διδασκαλία και με άλλες δραστηριότητές τους στην άνθηση των κλασικών σπουδών, στην έκδοση αρχαιοελληνικών κειμένων και στη μετάφρασή τους στα λατινικά και έπειτα στα ιταλικά. Την προσπάθειά τους συνέχισαν Ιταλοί μαθητές τους. Στην ομάδα αυτή ανήκουν ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, ο Ιανός Λάσκαρις, ο Μάρκος Μουσούρος, κ.ά.
Στους επόμενους χρόνους, στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα, άλλοι Έλληνες λόγιοι από τα Επτάνησα, μετανάστες στη Βενετία, ακολουθώντας το παράδειγμα των ευρωπαίων συναδέλφων τους, οι οποίοι είχαν επιδοθεί στη μετάφραση κειμένων της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας στις νέες εθνικές γλώσσες,[2] άρχισαν, με την παρακίνηση κάποιων εκδοτών, να μεταφράζουν στην κοινή γλώσσα της εποχής κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Χρονικά προηγήθηκε η μετάφραση της Ιλιάδας από τον Ν. Λουκάνη (1526), ακολούθησε της Βατραχομυομαχίας από τον Ζήνο (1539), των Μύθων του Αισώπου από τον Ανδρόνικο Νούκιο (1543). Ένα χρόνο αργότερα (1544) ο Νικόλαος Σοφιανός μετέφρασε το έργο: Περί παίδων αγωγής του Πλουτάρχου, δίνοντας έτσι την πρώτη μετάφραση αρχαιόγλωσσου πεζού κειμένου στην κοινή γλώσσα της εποχής, την οποία ο ίδιος κωδικοποίησε, και έδωσε τη Γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης, την πρώτη γραμματική της Νέας Ελληνικής. Στο έργο του Νικολάου Σοφιανού εμφανίζονται, συστηματικά οργανωμένοι, οι χαρακτήρες της ιστορικού τύπου προβολής και υποδοχής της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας.

Η βυζαντινή μουσική ως θεραπαινίδα της ορθόδοξης θεολογίας, της θρησκευτικής ποίησης και ποιμαντικό μέσο ψυχαγωγίας και ψυχοθεραπείας Της Δέσποινας Κωνσταντίνου





 Ο όρος «βυζαντινή μουσική» (1) χρησιμοποιήθηκε από ξένους μουσικολόγους, εδώ και περισσότερο από ένα αιώνα, για να δηλώσει τη μουσική της ορθόδοξης λατρείας. Στην ευρεία του όμως έννοια, δηλώνει τη συνολική μουσική παραγωγή της χιλιόχρονης βυζαντινής αυτοκρατορίας, κοσμική και βεβαίως, θρησκευτική (2).
 Η βυζαντινή μουσική επιβιώνει σήμερα στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, στους αραβόφωνους χριστιανικούς πληθυσμούς της Συρίας και της Παλαιστίνης, στην εκκλησιαστική μουσική των Σλάβων (με εμφανείς όμως δυτικές επιδράσεις), στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού και αλλού.
 Διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση της αρχαίας ελληνικής θεωρίας της μουσικής, από την οποία δανείστηκε στοιχεία ορολογίας και θεωρίας, όπως το τετράχορδο, το σύστημα, το εναρμόνιο-διατονικό και χρωματικό γένος, τη διαίρεση του μέλους σε κύριους και πλάγιους ήχους και άλλους, όσο και του ιουδαϊκού λατρευτικού τυπικού.
 Από το τελευταίο υιοθέτησε λέξεις, όπως «αμήν» (είθε), «αλληλούια» (αινείτε τον Θεό), «ωσαννά» (δόξα στον Κύριο), καθώς και τυπικά επαναλαμβανόμενες μελισματικές φράσεις. Πέρα από τις ιουδαϊκές επιδράσεις, η βυζαντινή μουσική δέχθηκε, σύμφωνα με κάποιους ερευνητές, και ορισμένες συριακές. Επομένως, διάφορες τοπικές παραδόσεις, ελληνικές και ανατολικές, συγχωνεύτηκαν στο καμίνι της χριστιανικής θρησκείας και με έντονη τη σφραγίδα της πνευματικότητας, οδήγησαν σ’ αυτό που ονομάζουμε βυζαντινή μουσική.
 Πέρα από το γεγονός, ότι αποτέλεσε και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λατρείας, η βυζαντινή μουσική (3) αναδείχθηκε σε θεραπαινίδα της ορθόδοξης θεολογίας, της θρησκευτικής ποίησης και σε ποιμαντικό μέσο ψυχαγωγίας και ψυχοθεραπείας, ρόλοι που δεν είναι και τόσο γνωστοί στο πλατύ κοινό.


Α) Η βυζαντινή μουσική στην υπηρεσία των αντιαιρετικών αγώνων και της διατράνωσης της ορθόδοξης θεολογίας.
 Η περίοδος από τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου μέχρι την εποχή του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού (330-712), αποτελεί στην εκκλησιαστική ιστορία περίοδο εμφάνισης και εξάπλωσης διαφόρων αιρέσεων, χριστολογικών, τριαδολογικών, της εικονομαχίας κ.ά..
 Οι Πατέρες της Εκκλησίας, με προεξάρχοντες τους Τρείς Ιεράρχες, Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο τον Θεολόγο και Ιωάννη τον Χρυσόστομο, επεστράτευσαν τη μουσική τέχνη στον αντιαιρετικό αγώνα, επιδιώκοντας να διατρανώσουν το ορθόδοξο δόγμα μέσω των ύμνων.
 Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα ύμνων με έντονη τη δογματική απόχρωση, που ταυτόχρονα στοχεύει στην ανασκευή της Ευτυχιανής αίρεσης, είναι ο ύμνος, «Ο Μονογενής και Λόγος του Θεού», που ψάλλεται στο β΄ αντίφωνο της Θ. Λειτουργίας. Καθιερώθηκε να ψάλλεται μετά από απόφαση της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου, το 653, η οποία κατεδίκασε την αίρεση των Ευτυχιανών, που υποστήριζαν, ότι ο Υιός του Θεού ήταν απλώς Υιός της Μαρίας.
 Ο εν λόγω ύμνος, μεστός από τον ορθόδοξο χριστολογικό ρόλο, παρατίθεται πιο κάτω:
 «Ο Μονογενής υιός και Λόγος του Θεού αθάνατος υπάρχων. Και καταδεξάμενος δια την ημετέραν σωτηρίαν, σαρκωθήναι εκ της Αγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας ατρέπτως ενανθρωπήσας. Είς ών, της Αγίας Τριάδος, συνδοξαζόμενος τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι».
 Ένα άλλο παράδειγμα από την εκκλησιαστική ιστορία είναι η δράση του Αγίου Εφραίμ του Σύρου στη Συρία κατά τον 3ο αιώνα. Ο Άγιος Εφραίμ κατόρθωσε να προσελκύσει στην ορθοδοξία τους πιστούς από την αίρεση του γνωστικού Αρμόνιου (Αμμώνιου), διαδίδοντας μουσική με αντιαιρετικό περιεχόμενο σ’ όλη τη χώρα.

Αρσενοκοιτία, Μοιχεία και Παλλακεία στη Βυζαντινή Κοινωνία



Αρσενοκοιτία, Μοιχεία και Παλλακεία στη Βυζαντινή Κοινωνία – δρ. Ειρήνη Άρτεμη, Phd, Post Doc Καθηγήτρια – Σύμβουλος στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ΕΑΠ, «Σπουδές στην Ορθόδοξη θεολογία», Ακαδημαϊκή διδάσκουσα στο Israel Institute of Biblical Studies by Hebrew University of Jerusalem.


Η θρησκεία, ο Χριστιανισμός, άσκησε βαθύτατη επιρροή σε όλες τις εκφάνσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στους θεσμούς άσκησης εξουσίας, στην καθημερινή ζωή και στον τρόπο καλλιτεχνικής εκφράσεως των υπηκόων της. Η βυζαντινή αυτοκρατορία μπορεί να θεωρεί­ται μία χριστιανική αυτοκρατορία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πολλές φορές η ηθική των υπηκόων της από τα ανώτερα μέχρι τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα δεν ερχόταν σε σύγκρουση με την ηθική της χρι­στιανικής διδασκαλίας. Έτσι πολλές φορές μέσα από τις γραπτές πη­γές της εποχής γίνεται αναφορά για το φαινόμενο της παλλακείας, της μοιχείας αλλά και της αρσενοκοιτίας.
Αρχικά πρέπει να επισημανθεί ότι η «παλλακεία» θεωρούνταν η σταθερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μίας γυναίκας, από την οποία όμως συμβίωση λείπει η γαμική διάθεση. Η παλλακεία ήταν ανεπίδεκτη κατηγορίας για πορ­νεία (stuprum) ή για μοιχεία (adulterium) κατά το βυζαντινό δίκαιο. Όσον αφορά στη μοιχεία ήταν αρχικά η ερωτική συνεύρεση έγγαμης ελεύθερης γυναίκας με άγαμο ή έγγαμο, ενώ αργότερα συμπεριελήφθη στο αδίκημα και η συνεύρεση έγγαμου άνδρα με άλλη ελεύθερη γυναί­κα εκτός της συζύγου του. Τέλος, σχετικά με την αρσενοκοιτία, η οποία χαρακτηριζόταν ως «οι νοσούντες την θήλειαν νόσον», «η των Σοδόμων ασθένεια ή Σοδομιτισμός, οι δ’ εις τούτο δουλεύοντες Σοδομίται ή Σοδομηνοί» υπήρχαν τόσο αναφορές σε νομικά όσο και σε εκκλησιαστικά κείμενα, την οποία καταδίκαζαν. Κατά τους Βυζαντινούς τα είδη της «αρσενοκοιτίας» ήταν τρία: το πρώτο και ελαφρύτερο ήταν «το παρ’ άλλων παθείν», το δεύτερο και βαρύτερο «το ποιήσαι εις έτερον» και το τρίτο και βαρύτατο «το παθείν παρ’ ετέρου και ποιήσαι εις έτε­ρον». Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει για αρσενικοθήλυκους άντρες, που δεν είναι ούτε άντρες ούτε γυναίκες, αλλά άντρες για τις γυναίκες και γυναίκες για τους άνδρες.
Στην παρούσα εργασία θα μελετήσουμε ποια άποψη κυριαρχούσε στις διάφορες κοινωνικές τάξεις για τις παραπάνω διάφορες μορφές ερωτικών διαπροσωπικών σχέσεων και πώς εκείνες αντιμετωπίζονταν από την κοινωνία γενικότερα, το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο αλλά και την Εκκλησία. Πολλοί πατέρες της Εκκλησίας κάνουν αναφορά σε αυτά τα αμαρτήματα ως θανάσιμα πάθη και τα στηλιτεύουν παραδεχόμενοι ότι ως παγίδες του διαβόλου μπορούσαν να παγιδέψουν τον οποιοδή­ποτε δεν αντιστεκόταν σε αυτά και προβάλλουν την καλλιέργεια των χριστιανικών αρετών ως την πανοπλία εναντίον του πονηρού και των συγκεκριμένων παθών.
  1. Εισαγωγή
Στην εργασία αυτή θα αναφερθούμε συνοπτικά στη μοιχεία, αρσενοκοιτία και παλλακεία στη βυζαντινή κοινωνία μέσα από τα νομικά και πατερικά κείμενα, θέλοντας να δώσουμε μία γενική εικόνα για το τι επικρατούσε στη Βυζαντινή κοινωνία και πώς επηρεάστηκε από τη χριστιανική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας. Η οικογένεια στο Ύστερο Ρωμαϊκό κράτος αποτελούσε μία χαλαρή ενότητα.
Στη ρωμαϊκή εποχή ο γάμος αποτελούσε μία κοινωνική σχέση – σύνδε­ση ενός άνδρα και μίας γυναίκας, που κατοχυρωνόταν από το νόμο, προκειμένου να ζήσουν μαζί και στην οποία εφαρμόζονταν κάποιοι ηθικοί κανόνες[1]. Η βάση, λοιπόν, του γάμου βρισκόταν στην affectio maritalis, τη γαμική επιθυμία, και στο honor matrimonii, πού προϋπέθε­ταν ένα σύστημα ηθικών υποχρεώσεων που έπρεπε να εφαρμόζεται[2]. Η έλλειψη γαμικής επιθυμίας οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορούσε να συναφθεί γάμος εξαιτίας του ότι ο ένας από τους δύο συζύγους ήταν κοινωνικά κατώτερος ή οικονομικά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα αντί για τη νομιμοποίηση της σχέσης μέσα από το νομικό και θεσμικό πλαίσιο του γάμου, να υφίσταται ο θεσμός της παλλακείας[3]. Ο γάμος που είχε γίνει σύμφωνα με όλες τις θετικές προϋποθέσεις – συγκατά­θεση pater familias[4], συναίνεση των μελών κ.α.- που απαιτούσε το Ius Civile[5], δηλαδή το Ρωμαϊκό Αστικό Δίκαιο – και σύμφωνα με το οποίο δεν συνέτρεχε κανένα κώλυμα, όπως αγχιστεία, μοιχεία, συγγένεια, προηγούμενος γάμος, ονομαζόταν από τους Ρωμαίους νόμιμος γάμος, iustae nuptiae, iustum matrimonium, legitimum matrimonium[6]. Κάθε άλλη μορφή γάμου θεωρούνταν iniustum matrimonium[7].
Στη βυζαντινή εποχή και κυρίως υπό την επίδραση του χριστιανι­σμού δημιουργείται σιγά – σιγά ο θρησκευτικός χαρακτήρας του γά­μου. Επιπλέον στα νομικά κείμενα του κράτους αλλάζει το νομικό πλαίσιο τόσο για τις εξωσυζυγικές σχέσεις, όσο για τη μεταχείριση των παλλακίδων αλλά και των δικαιωμάτων που έπρεπε να είχαν τα νόθα παιδιά. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου της Ρωμα­ϊκής Αυτοκρατορίας που συμπίπτει σε ένα μέρος της με την εμφάνι­ση χρονικά της πρωτοβυζαντινής περιόδου και, ιδίως, στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τα πράγματα αλλάζουν κοινωνικά και ηθικά απέναντι στο γεγονός της παλλακείας. Αυτό οφείλεται στη χριστιανική διδασκαλία και στην επιρροή που ασκούσε η Εκκλησία τόσο στους αυτοκράτορες όσο και στο λαό. Την περίοδο αυτή η νομοθεσία μάλλον διακρίνεται από αυστηρότητα απέναντι στο θεσμό της παλλακείας. Έτσι, δεν αναγνώριζε κληρονομικά δικαιώματα στην περιουσία του επιφανούς παλλακευόμενου υπέρ των εκτός γάμου τέκνων της και, πιθανότατα, ούτε υπέρ της παλλακής[8]. Οι αυτοκράτορες, όμως, που διαδέχθηκαν στο θρόνο τον Κωνσταντίνο άνοιξαν σταδιακά ρήγματα στην απαγόρευση αυτή, αναγνωρίζοντας στοιχειώδη πλην περιορισμέ­να κληρονομικά δικαιώματα[9].